|
|
|||||||
|
Ανακοίνωση του καπετάνιου από τα μεγάφωνα, ενώ όλοι οι επιβάτες του κρουαζιερόπλοιου δειπνούν..... "Παρακαλούνται όλοι οι επιβάτες να συγκεντρωθούν στο κατάστρωμα" Σκάνε όλοι στο κατάστρωμα κι ο καπετάνιος ήδη τους περιμένει : -Έχω καλά νέα και κακά νέα. Από που θέλετε να ξεκινήσω; -Από τα καλά, λένε όλοι -Λοιπόν, τα καλά νέα είναι ότι πάμε για 11 όσκαρ -------------------------------------------- πάει ένας παππούς, γέρος 90 χρόνων στο γιατρό για γενικές εξετάσεις. Ο γιατρός τον καθίζει στον καναπέ. -Παππού πως νιώθεις; -Πως νιώθω; ούτε που φαντάζεσαι -Τι ούτε που φαντάζομαι; δηλαδή; -Ε τι να σου πω. Έχω ξεσαλώσει. Να, τώρα τελευταία έχω βρει μια γκόμενα, 25άρα, τη γκάστρωσα. -Ρε παππού να σου πω μια ιστορία; λέει ο γιατρός -Πες παιδί μου -Ήταν μια φορά ένας κυνηγός. Βγαίνει το πρωί για κυνήγι, αλλά αντί να πάρει το τουφέκι του, από λάθος, παίρνει την ομπρέλα του. Δεν το καταλαβαίνει και συνεχίζει. Στο βουνό, πετιέται μπροστά του μια αρκούδα. Ο κυνηγός σηκώνει την ομπρέλα -που νομίζει πως είναι τουφέκι- να πυροβολήσει, η ομπρέλα ανοίγει, αλλά η αρκούδα πέφτει κάτω νεκρή!!! -ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ! φωνάζει ο παππούς, ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ ΘΑ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΕ! -Ε εκεί θέλω να καταλήξω κι εγώ ----------------------------- Είναι όλο το σόι μαζεμένο, δεκαπενταύγουστος. (Το σόι μαζεύεται όλο μαζί μία φορά το χρόνο, κάθε δεκαπενταύγουστο). Έχουνε φάει, έχουνε πιεί, έχουνε τραγουδήσει. Κι έχουνε πιάσει τα ανέκδοτα. Σε μια γωνιά κάθεται ο παππούς του σογιού, αμίλητος για ώρες. Δεν έχει βγάλει μιλιά ούτε στο φαγητό, ούτε στο ποτό, ούτε στο τραγούδι. Ένας αμίλητος σεβασμός. Σεβασμός στον παππού. Κι όπως λένε ανέκδοτα και γελάνε όλοι μαζί και είναι γενικά μία πολύ ωραία ατμόσφαιρα, όλοι περιχαρείς, ακούγεται ξαφνικά ο παππούς. -Να σας πω κι εγώ ένα; Πέφτει σιωπή -Πες μας, παππού. -Θα σας κάνω ένα παιχνίδι, τους λέει. Σηκώνεται όρθιος και βάζει το χέρι στην τσέπη του. -Τι κρατάω εδώ; Κοιτάζονται όλοι. -Το ρολόι σου, του λένε -Όχι, άλλο -Το πορτοφόλι σου -Άλλο -Το μαντήλι σου -Άλλο -Μα τι κρατάς βρε παππού; -Παιδιά, κρατώ τ'αρχίδια μου... -ΟΥ ΝΑ ΧΑΘΕΙΣ μας χάλασες το κέφι!! έχουμε και μικρά παιδιά!! Το καπέλο σου, το μπαστούνι σου και δρόμο!!!.... Περνάει ένας χρόνος, ξανά όλοι μαζί. Φάγανε, ήπιανε, τραγούδησαν. Τώρα λένε ανέκδοτα. -Παιδιά να σας πω κι εγώ ένα; ρωτάει ο παππούς. -Να μας πεις, παππού -Θα σας κάνω ένα παιχνίδι, τους λέει. Σηκώνεται όρθιος και βάζει το χέρι στην τσέπη. -Τι κρατάω εδώ; Ξανακοιτάζονται όλοι. -Το ρολόι σου, του λένε -Όχι, άλλο -Το πορτοφόλι σου -Άλλο -Το μαντήλι σου -Άλλο -Μα τι κρατάς βρε παππού; -Παιδιά, ΚΡΑΤΩ Τ'ΑΡΧΙΔΙΑ ΜΟΥ... -ΟΥ ΝΑ ΧΑΘΕΙΣ μας χάλασες το κέφι!! έχουμε και μικρά παιδιά!! Το καπέλο σου, το μπαστούνι σου και δρόμο!!! Περνάει άλλος ένας χρόνος κι είναι πάλι μαζί. Δεκαπενταύγουστος, λένε ανέκδοτα. Πετάγεται κι ο παππούς. -Παιδιά να σας πω κι εγώ ένα; -Για πες μας ρε παππού... -Θα σας κάνω ένα παιχνίδι, τους λέει. Σηκώνεται όρθιος και βάζει το χέρι στην τσέπη. -Τι κρατάω εδώ; Ξανακοιτάζονται όλοι. (τρίτη φορά αποκλείεται, σκέφτονται όλοι, θα έχει βάλει μυαλό). -Το ρολόι σου, του λένε -Όχι, άλλο -Το πορτοφόλι σου -Άλλο -Το μαντήλι σου -Άλλο -Τι κρατάς παππού; -Παιδιά, μου δίνετε το καπέλο μου και το μπαστούνι μου; Πάλι τ'αρχίδια μου κρατάω ------------------------------------- το αλβανάκι πάει εκδρομή στο εξωτερικό με το σχολείο. να φερθείτε σαν καλοί έλληνες, λέει η δασκάλα. εσύ γιαννάκη να λές: καλημέρα! με λένε γιαννάκη και είμαι από την ελλάδα! κι εσύ μαρία: καλημέρα, μελένε μαρία και είμαι από την ελλάδα κι εγώ; λέει ο αλία, θα λέω καλημέρα μελένε αλία και είμαι από την αλβανία. όχι αλία μου, λέει η δασκάλα, θα λές καλημέρα με λένε ηλία και είμαι από την ελλάδα... έτσι κι έγινε όταν γύρισαν ο μικρός αλία περιγράφει πόσο ωραία πέρασε, και τι ωραία πράματα που είπε πέφτει ένα ξεγυρισμένο χαστούκι από τη μαμά του. άκου κει! σε λένε ηλία! αλία σε λενε, και είσαι από την αλβανία! το μάγουλο έμεινε μέχρι την άλλη μέρα πρησμένο. το βράδυ έρχεται κι ο μπαμπάς. τι έπαθες αλία; τον ρωτάει ο μικρός περιγράφει ο μπαμπάς θυμώνει κι αυτός και του κοπανάει ένα δεύτερο φούσκο πιο δυνατό απ' της γυναίκας του! την άλλη μέρα πάει στο σχολείο ο αλία. τον βλεπει η δασκάλα και του λέει: τι έπαθες ηλία; κι ο μικρός απαντάει: κάτι αλβανοί με δείρανε κυρία! --------------------------------- |