jobjsusatopforum
Chat-Room Members News Message Board Join Mail List

 

   


Poetry / ΠΟΙΗΣΗ / Literature/ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ/Arts/ΤΕΧΝΕΣ >> Poetry / Poihsh / Literature

Pages: 1
vaiosfasoulasModerator
Enthusiast
**

Reged: Fri
Posts: 507
Loc: Germany
ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΑ ΧΑΡΑΜΑΤΑ
      #12964 - Fri Jan 09 2004 08:34 AM

(Για τους φίλους συμπατριώτες και αναγνώστες της «Ομογένειας» που διαβάζουν ποίηση)



ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΑ ΧΑΡΑΜΑΤΑ

Μιας νύχτας τα χαράματα σε δρόμους μισοφωτεινούς
Με κρύο, με ψιλή βροχή και με πυκνή ομίχλη
Βαρύς και αγριοξύπνιος ξεκίνησα να πάρω
Δυο φίλους που θα έρχονταν στης πόλης το σταθμό
Μιας νύχτας τα χαράματα, θα φτάνανε εδώ

Κρύα είναι η διαδρομή, σαν αδερφή της νύχτας
Κι όλο κοιτώ τρογύρα μου η ώρα να περάσει
Λίγα τετράγωνα μένουνε, κοντεύω πια να φτάσω
Στο σκούρο πέτρινο σταθμό, τους φίλους μου να πάρω

Αραιά είναι τα φανάρια, χλωμά, και είναι αναμμένα
Πάνω απ’ τους δρόμους κρέμονται,
λες κι είναι αστέρια αφηρημένα
Κι όπως φυσά αδύνατο σαν άρρωστο τ’ αγέρι
Τι σύμπτωση! Καίγεται ένα ακόμη κι έφεγγε πολύ
Κάνοντας το τετράγωνο να πέσει στη σιωπή
Κι εμένα λίγο να σκιαχτώ που έβλεπα σκιές
Αληθινά παράξενες κι ας ήτανε γνωστές

Πού και πού περνά κάνα αυτοκίνητο, σα να ’ναι ξεχασμένο
Τέτοια ώρα; Ποιος ξέρει;
Κανένα εργοστάσιο δεν δουλεύει
Εκτός τη βάρδια τη νυχτερινή. Μα εκείνοι είναι μέσα
Και να σου, μια σειρήνα επίμονα ακούγεται βαθιά
Κι όπως περπατώ στην άκρη του μεγάλου τετραγώνου
Περνά κι άλλο αυτοκίνητο κι η μουσική του σκίζει τη νύχτα
Μάλιστα μου πάτησε και την κόρνα κοιτώντας με ειρωνικά
Αριστερά κι εμπρός μου απλώνεται η πόλη στη σιωπή
Λίγα μέτρα πιο εκεί ένας τηλεφωνικός θάλαμος, σκοτεινός
Ένας επισκέπτης την άραξε στον ύπνο

Ένα κτίριο στη γωνιά σιωπηλό, μοιάζει σαν στοιχειωμένο
Κι ένα απέναντι μεριά, που είναι ρημαγμένο
Ενώ πέρα στο βάθος, προς την πόλη
Φωτεινές διαφημιστικές επιγραφές θυμίζουν την ύπαρξη
Κι όλο αναβοσβήνουν, αναβοσβήνουν με διάφορα χρώματα

Μία παρέα από νέους αλλόκοτους, βρίζουν και τραγουδούν
Το περπάτημά τους, το ντύσιμό τους, το χτένισμά τους,
κάνει τις σκιές τους τρομαχτικές
Μάλιστα προκαλούν ακόμη και τη σιωπή της νύχτας,
που μάταια προσπαθεί να κοιμηθεί
Ένα περιπολικό πέρασε σε ακτίνα πέντε, έξι μέτρων
Τους έριξε μια ματιά κι έφυγε ή απόφυγε

Δεξιά μου ο ποταμός, που αιώνια ταξιδεύει
Χρόνια τώρα. Ποιος ξέρει πόσα
Γέφυρες, πολλές γέφυρες, δώθε και ’κείθε
Δίπλα μου, καθώς περπατώ, μια γέφυρα του τρένου
Όπως την κοιτώ μοιάζει σαν ένα στόμα θεόρατο, σιδερένιο,
Κουκουλωμένη από πάνω και στα πλάγια της με ατσάλι
Δυο σειρές απλωμένες με κίτρινα φώτα
Που πάντα πέφτουν πάνω της και τη φωτοβολούν
Χρυσή την κάνουν μες στις νύχτες
Μόνο που απόψε δεν άναψε κανένα φως
Ίσως να κάηκαν όλα
Και κουνιούνται κάνοντας ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο,
που θυμίζει κάστρα βρικολάκων και μαγκανοπήγαδα

Μες στο σκοτάδι γυάλιζαν οι απλωμένες της ράγες
Μες στη σιωπή της κούρασης και μες στη ματαιότητα
Μιας νύχτας τα χαράματα σε δρόμους μισοφωτεινούς
Ενόμισα για μια στιγμή ότι θα μου μιλούσε
Και σταματώ για μια στιγμή ν’ αφουγκραστώ

Μια άλλη σκιά σαν άγαλμα κάθεται στη μια της άκρη
Αγναντεύοντας το ποτάμι κάτω εκεί που το μάντρωσαν
και το ανάγκασαν να κυλά τα νερά του μες στα τείχη
Καμιά φορά η σκιά αφήνει ένα μικρό κούνημα σαν φύλλο
Μοιάζει σα να διαλέγει κάτι απ’ το παρόν και το παρελθόν
Αφήνοντας το μέλλον να ταξιδεύει σαν άστρο στο διάστημα
κι εκεί να χάνεται
Και οι αργές κινήσεις της το προδίνουν
Πότε κρέμεται με το κεφάλι προς τα κάτω κοιτώντας
με απάθεια τα νερά του ποταμού πως χορεύουν απαλά,
καθώς η απαλή βροχή τα γλύφει
Πότε τραβιέται πίσω και κοιτά μη φτάνει κάποιο τρένο
Και πότε κοιτά πέρα προς την πόλη
Από κει που ξεκινούν

Αραιά τα τρένα μες στη νύχτα. Κοιμούνται
Μα η σκιά περιμένει μήπως φανεί κάποιο τρένο και σφυρίξει
Να καπνίσει, όπως παλιά
Και να τραντάξει τη γέφυρα στο πέρασμά του

Πιάνομαι στα σίδερα κι έγινα ένα με τη σκιά
Κι έβλεπα με τα μάτια της κι άκουγα με τ’ αυτιά της
Παράξενη και φοβισμένη, με κοίταξε από πάνω ως κάτω
Κι ήταν μαύρη πιότερο κι απ’ το μαύρο
Ήταν δικό της αυτό το μέρος
Όταν η πόλη κοιμάται, η σκιά ξαγρυπνά
Όπως και τώρα· μόνο που δέχτηκε εμένα
Έναν νυχτερινό επισκέπτη, αναπάντεχο

Με κοίταξε με τα κόκκινα βαθουλά σαν τρύπες μάτια της
και με πλησίασε:
-Ποιος είσαι, με ρωτά κλείνοντας το ένα της μάτι σα να ’θελε να συγκεντρώσει όλη την όρασή της στο άλλο
Και στη φωνή της είχε μαζευτεί πόνος και αγανάχτηση
-Τι κάνεις εδώ, τι θέλεις; Φύγε!
Αυτός ο τόπος είναι δικός μου.
Φύγε σου λέω και θα περάσει όπου να ’ναι το τρένο.
Φύγε και μην ξανάρθεις στον τόπο μου
Έλα αύριο που θα ’ναι σκοτάδι
Έλα αύριο και κάνε ότι θέλεις
Τώρα όμως φύγε
Φύγε! Φύγε!

. . .

Πιάνομαι απ’ τα σίδερα και άστραφτε ο ήλιος
Μέρα ζεστή, μέρα γλυκιά, μέρα που ανοίγει η καρδιά
Κι ακούω φωνές που παίζουν τα παιδιά
Κάτω να τρέχει ο ποταμός με γάργαρα νερά
Κάμποσα δέντρα γύρα της και πάνω τους πουλιά
Μία ψαρόβαρκα τεμπέλικα βολτάριζε
Κι ο ψαράς κόπιαζε και ίδρωνε τα ψάρια του να πιάσει
Με τέτοια μεγάλη χλαλοή, παιδιά, φωνές κι ένα σφύριγμα
του τρένου, πνίγηκαν τα παιδιά στους ενθουσιασμούς
Φωνές χαρές να κάνουν δυνατές και να κοιτούν το τρένο
Καθώς αργά εδιάβαινε πάνω στη γέφυρα
Κι ο κόσμος απ’ τα βαγόνια να κοιτά και να φωνάζει
με χαρά
Ετούτη την απόλαυση τη ζούσε από κοντά
Και η γέφυρα κουνιόταν απαλά, σα να ’τανε βαρκούλα
Οι παιδικές φωνές πάλι ξεφάντωσαν με πιότερη χαρά
Χάθηκε εκείνη του ψαρά και τρόμαξαν τα ψάρια
Σηκώνει τώρα κι αυτός τα δυο κουπιά ψηλά
Και με φωνές πιο δυνατές, τα ’βαλε με το τρένο

-Ανάθεμα, βρε κάρβουνο, που σκούζεις και φυσάς
Αυτή η μαύρη σου σκιά, μου πρόγκιξε τα ψάρια
Κι αυτή η φωνή σου, η στριγκή, τα τρόμαξε και πάλι
Άιντε και τώρα το λοιπόν πάλι θα αγωνιστώ
Απ ’την αρχή και μια ριξιά μήπως και πιάσω κάτι
Πριν με προλάβει, τον δύστυχο, το δεύτερο το τρένο
Κείνο που τρέχει πιο πολύ και σκούζει σαν θηρίο
Που αφήνει στην καμπούρα του ουρά
Και κάνει στα παιδιά να κάνουν παλαβά

Βαρύς κι άκεφος βγήκε ο ψαράς απ ’την άδεια του τη βάρκα
Παγκάκι τον περίμενε και μια σκιά παχιά
Κι η φασαρία των παιδιών τ’ άνοιξε την καρδιά
Παιδί κι αυτός, θυμήθηκε, σαν ήτανε μικρός,
του πέρασαν τα νεύρα
Μες στα παιχνίδια των παιδιών βρέθηκε στο λεπτό
Και ιστορίες άρχισε σοφές, στοχαστικές να λέει στα παιδιά
Κι όταν το τρένο διάβαινε στη γέφυρα ψηλά
Άρχισε τώρα με χαρά κι αυτός να ξεφωνίζει
Να παίζει, να γελά
Ο ήλιος από πάνω του να τους χαμογελά
Δίπλα του στα νερά τα ψάρια να πηδούν
Κι ένα κοπάδι με παπιά κι αυτά να τραγουδούν

. . .

Ένα παρατεταμένο σφύριγμα ακούστηκε από μακριά
Και τ’ άσπρα φώτα του έλιωσαν το σκοτάδι γύρα μου
Την ώρα που η σκιά άπλωσε το χέρι και με τράβηξε πίσω
Περνούσε το τρένο πάνω απ’ τη γέφυρα με φόρα
Δεν πρόλαβα να κοιτάξω τη σκιά
Η μεγάλη ταχύτητα έφερε πιότερο σκοτάδι
Κι όπως με είχε απ’ τον ώμο κρατημένο, άκουσα να μου λέει
με φωνή ραγισμένη:

-Το είδες το ποτάμι;
Άκουσες τις φωνές των παιδιών;
Τις φωνές των παπιών, τα ξεφωνητά;
Ε; Τα είδες; Είδες τα γάργαρα νερά;
Τα ψάρια να χορεύουν;
Τον βαρκάρη τον είδες; Την βάρκα την είδες;
Εμένα με είδες;
Είδες τίποτα απ’ όλα αυτά;
Έζησες τίποτα απ’ αυτά;
Άντε, το λοιπόν, να φύγεις τώρα
Φύγε και μην ξανάρθεις και θα μολύνεις τον τόπο μου...

Μα... ξεκίνησα να πω
Όμως η σκιά είχε απομακρυνθεί, είχε χαθεί μες στη νύχτα
Μιας νύχτας τα χαράματα σε δρόμους σκοτεινούς
Η μικρή ακτινοβολία της σκιάς χάθηκε
Και κοντά μ’ αυτή χάθηκε και το λιγοστό φως που υπήρχε
Μια άλλη σύμπτωση κι αυτή.
Οι λάμπες, παράξενο, να καίγονται η μία μετά την άλλη
Πίσσα το σκότος
Μόνο που ο άνεμος άρχισε να γίνεται επιθετικός
Η βροχή διαπεραστική, σαν καρφί

Η πυκνή ομίχλη εδώ κι εκεί άρχισε να σκίζεται σαν χαρτί
Καθώς μια μεγάλη καταιγίδα ξεκινούσε
Τα πρώτα αστράμματά της πύκνωναν
Και οι δυνατές βροντές, έσβηναν υπόκωφα
Έριξα μια ματιά με στοχασμό και λύπη
στην τσιμεντένια κοίτη του ποταμού
Κι ένα άλλο σφύριγμα ακούστηκε
διώχνοντας όλα όσα είδα με τη σκιά
Μαζεύτηκα στην υπερμοντέρνα γέφυρα να περάσει το τρένο
Σαν σίφουνας έσκουξε δίπλα μου και χάθηκε

Δεν θα ξανάρθω, ποτέ, άλλη φορά εδώ
Την εντολή της σκιάς θα την τηρήσω
Μόνο που έριξα μια τελευταία ματιά κάτω
Και είδα στο μισοσκόταδο μια βάρκα
Ολομόναχη να περνά τις ώρες της
Άδειες. Ξεχασμένες. Πεθαμένες…

….
Μιας νύχτας τα χαράματα σε δρόμους μισοφωτεινούς
Με κρύο, με βροχή και με πυκνή ομίχλη
Ω, μια νύχτα, γιομάτη από σκιές
Βαρύς, ωχρός, κακόκεφος έφτασα στο σταθμό
Για ν’ ανταμώσω μες στις σκιές, δυο άλλες ζωντανές
Που κοίταγαν τριγύρα τους με μάτια χωνεμένα
Και άπλωσαν τα χέρια τους που ’ταν σκελετωμένα
Με μια ανάσα υπόκωφη, που μύριζε σαν θειάφι
Και με κραυγές, λες κι έρχονταν, κάτω από τον Άδη

Αγκαλιαστήκαμε κι οι τρεις και ξεκινήσαμε τρικλίζοντας
Μιας νύχτας τα χαράματα σε δρόμους,
που ξεθώριαζαν οι σκιές
Κι όπως σκεφτόμουνα να τους περάσω από τη γέφυρα
γιατί σκιαζόμουνα μήπως απόψε γκρεμιστεί
Βρεθήκαμε στην πόρτα του σπιτιού
Κι εκεί, πότε η μια και πότε η άλλη, χτυπούσαν το κουδούνι
Τόσο πολύ, που κόντευε να σπάσει
Κι ήτανε ένα χάραμα, μουντό, άγριο σαν βιβλικό
Κι εκεί, που η ψυχή μου κόντεψε να πλαντάξει
Μία φωνή με τράνταγμα με σήκωσε με μιας…

-Σήκω, ακούω δίπλα μου, να πάμε στο σταθμό
Μα δεν ακούς τι γίνεται, π’ ουρλιάζουν τα στοιχειά;
Κι οι αστραπές χαράζουνε με ασήμι τη νυχτιά;
Σήκω τώρα, βρε άντρα μου, να πάμε στο σταθμό
Τους συγγενείς να πάρουμε και θα ’ναι τρομαγμένοι
Απ’ τη βροχή, τ’ αστράμματα και ουρλιαχτά τ’ αγέρα
Που κάναν τούτη τη νυχτιά σαν κόλαση με σκιές
Θαρρώ πως δέντρα, σκεπές και γέφυρες
θα πάθουν συφορές…

Μιας νύχτας τα χαράματα σε δρόμους μισοφωτεινούς
Με κρύο, με ψιλή βροχή και με πυκνή ομίχλη…

Β. Φ. 11.04.1995, Γερμανία
(Από τη Β` Συλλογή – ενότητα, κοινωνικά)



--------------------
Fasoulas Vaios
e-mail: vaios@fasoulas.de
web: [url=http://www.fasoulas.de


Post Extras: Print Post   Remind Me!   Notify Moderator  
Pages: 1



Extra information
0 registered and 3 anonymous users are browsing this forum.

Moderator:  Leniw, Tedkaps, vaiosfasoulas, apapakon, ~~~w~a~v~e~s~~~, Στάθης Φριλ 

Print Topic

Forum Permissions
      You cannot start new topics
      You cannot reply to topics
      HTML is enabled
      UBBCode is enabled

Rating: ***
Topic views: 1427

Rate this topic

Jump to

Contact Us Yasou.com

*
UBB.threads™ 6.5
With modifications from Omogenia.com by Yasou.com

New Page 2