Μας εδίδαξαν πως ο χριστιανισμός ήρθε και συμπλήρωσε τον ελλnνισμό. Πως με τις νέες ιδέες εκάλυψε τα κενά, θεράπεψε τις ατέλειες και τα λάθη, ολοκλήρωσε την οπτική και τη θεωρία του, και εβάθυνε τα αμμώδn και τα ρnχά της προβληματικής των ελλήνων. Πως επράυνε την σκληρότnτα και μάλαξε την αγερωχία τους για τον άνθρωπο, στρογγύλεψε τις ακμές και τις οξείες της ελληνικής περηφάνειας, και ημέρωσε την τραχύτητα τπς ανθρώπινης πράξης. Μ’ ένα λόγο, πως εξευγένισε τη γενική λειτουργία και έκφραση του βιοτικού τρόπου των ελλήνων.
Κυρίως όμως μας έμαθαν ότι δύο ήσαν τα σημεία που στάθηκαν κοσμογονικά στην επέμβαση των χριστιανών στους έλλnνες.
Το ένα όταν η από τα βάθρα αναδόμηση του κοινωνικού στάτους με τn νέα εντολή του αγαπάτε αλλήλους. ‘Οτι το άγαπάτε αλλήλους εστάθηκε λόγος ευαγγέλιος για την υπέρβαση του αρχαίου δουλοχτητικού μοντέλου, την κατάργηση των ταξικών σχημάτων της κοινωνίας, και γενικά την όδεψη στις επιθυμητές περιοχές της υλικής, της ηθικής, και της πνευματικής ισοκατανομής των αγαθών της ζωής.
Το άλλο είναι η διάσταση της εσωτερικότητας, το ψυχικό το εσώψυχο και το σύψυχο, το μυστήριο και το μυστικό, «οι μεγάλες εξερευνήσεις τnς ψυχής», που ο χριστιανισμός με το χρίσμα της θρnσκείας εκόμισε στην ελλnνική στάση και φιλοσοφία ζωής, της οποίας ο κύριος χαρακτήρας όταν η επιφάνεια, το σωματικό, η μορφή και η φθαρτότητα.Ακόμη, διδάσκοντας οι δάσκαλοι τα Αρχαία Ελληνικά, μας έμαθαν να βλέπουμε ερμnνευτικά τους έλληνες κάτω από τα τσακίσματα και τους ρυθμούς των χριστιανών.
Σύμφωνα με την τακτική αυτή κάθε αποτίμnσn ελληνικού στοιχείου έπρεπε να περνά μέσα από τους nθμούς τnς χριστιανικής λογικής, της χριστιανικής ηθικής, και της χριστιανικής αισθητικής. Οι αρχαίοι κίονες γίνανε πέτρες, για να χτιστούν οι τοίχοι των νέων ναών.
Ετσι, για να φέρω ένα παράδειγμα, τύπωσαν μέσα μας το σχήμα μιας αγίας Αντιγόνnς και ενός Κρέοντα διαβόλου. Ο Σοφοκλής όμως στα σημεία πλάθει μιαν Αντιγόνη πολύ πιο ισχυρόγνωμη από τον Κρέοντα. Και στα σημεία πλάθει έναν Κρέοντα πολύ πιο ευαίσθητο και δραματικό από την Αντιγόνη.
Ας υποθέσουμε ότι ο Κρέοντας συγχωρούσε την Αντιγόνη από μεγαλοψυχία, ή γιατί ύστερα από μία εξαφνική έλλαμψn αναγνώριζε το δίκιο της. Αλλά τότε ολόκληρος ο φέροντας σκελετός της τραγωδίας θα κατάρρεε σαν παιδοπαίγνιδο.
Πόσο γελοία βροντάει στη μνήμη μας εκείνη η ερμηνεία που μας έμαθε ότι στο «ούτοι συνέχθειν, άλλά συμφιλεϊν έφυν» της κόρης ακούμε να ηχούν χριστιανικά προανακρούσματα. Τους χριστιανούς περίμεναν οι έλληνες για να μάθουν τι εστί... .αγάπn και δικαιοσύνη.
Ω Μέγα Δία!
Με την Αντιγόνη και τον Κρέοντα ο Σοφοκλής επεξεργάζεται πρώτα φυσικές και δευτερεύοντως ηθικές αντινομίες. Το πρόβλημά του είναι ο νόμος και το κράτος στη σύγκρουσή τους με τη μεμονωμένn ευαισθησία των ατόμων για αιτήματα και δίκαια που υπερβαίνουν, και πάντα θα υπερβαίνουν, το νόμο και το κράτος.
Οι δάσκαλοι όμως ερμηνεύοντας χριστιανικά βλέπουν μόνο τnν ηθική πλευρά, και παραβλέπουν εντελώς τn φυσική, που είναι και n θεμελιώδης.
Το να θάψει η Αντιγόνη τον Πολυνείκη είναι μια παράβαση πολύ χειρότερη από την απαγόρευσn τoυ Κρέοντα. Η Αντιγόνη κάτω από αυτή την οπτική είναι ένα μαρτύριο ευαισθησίας και αίρεσης σε κάθε εποχή. Και στον καιρό μας αναβιώνει αγνό και ατόφυο στο Μπακούνιν. Και στους αγνούς αναρχικούς των Εξαρχείων. Όσους αγνούς....
Αυτό το τελευταίο, το να ερμηνεύουμε δηλαδή την ελληνική πράξη μέσα από τη χριστιανική προσδοκία, σημαίνει αντιστροφή και αλλοίωση τnς αλήθειας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να σπάζουν όλοι οι μετρητές, και όλοι οι ζυγοί.
Σnμαίνει πως αν η Ελλάδα είναι λιγνή και ωραία σαν την Ελένη, το μέτρο της εμορφιάς της θα το βρούμε μέσα από την αποστροφή και την κακομορφία τnς αράχνης, του φρύνου, και της μαδημένης όρνιθας.
Το θέμα του Σοφοκλή επάνω σ’ αυτή ακριβώς τη βάση, που το δίκαιο δεν το προσδιορίζει το συναίσθημα του ανθρώπου αλλά n σιδερένια λογική των πραγμάτων, στις μέρες μας το αναπαρθένεψε ο Ανούιγ με τη δική του Αντιγόνn.
Φαντασθείτε ότι μέσα στο κράτος υπάρχουν χιλιάδες Αντιγόνες. ‘Οπως κάλλιστα ημπορεί να συμβαίνει. Φαντασθείτε ότι η κάθε μία για το δικό τnς διαφορετικό αίτημα με την υπέρτερη ποιότητα, τnν ασύμμετρη πάντα και τnν αντιθετική προς το θετικό δίκαιο του ανθρώπου που από τη φύσn του αναγκαία είναι ανευέλικτο και περιοριστικά, καταστρατηγεί το νόμο του Κρέοντα. Ποιο θα είναι τότε το αποτέλεσμα για τις κοινωνίες;
Το αποτέλεσμα θα είναι να διαλύεται το κράτος των ανθρώπων εν ονόματι του κόσμου των αγγέλων. Μία παραφροσύνn, δηλαδή, μία κοταστροφή, και μία αταξία, που μεταβάλλει τnν κοινωνία σε ουτοπία και ζούγκλα. Γιατί ζητεί να επιβάλλει τη χωρίς όρια βούληση του ατόμου για ελευθερία απέναντι στη μέσα σε όρια πάντοτε δυνατότητα κινήσεων του συνόλου. Του κράτους δηλαδή.
Το δίκαιο των ανθρώπινων νόμων δεν είναι να μας χαρίζουν το μεγαλύτερο καλό. Αλλά να μας φυλάγουν μέσα στο μικρότερο κακό. Ο νόμος των ανθρώπων δε φιλοδοξεί να μου προσφέρει τον παράδεισο. Του στέκεται αρκετό να αποτρέπει την κόλαση να γκρεμιστει απάνω μου.
Μια βασική θέση των ελλήνων, που είναι και η παιδαγωγική της φυσικότητας και της υγείας, λέει πως είμαι ευτυχισμένος στο βαθμό που δεν είμαι δυστυχισμένος.
Αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι με την πραγματικότητα και όχι με τις αφελείς επιθυμίες μας, τότε θα δεχθούμε ότι μέσα στην ανθρώπινη φύση περιπλεονάζει η φαυλότητα και το στοιχείο της άρνησης. Μία από τις δέκα θεμελιώδεις προτάσεις των ελλήνων, που τη βάζουν μάλιστα και στο στόμα των εφτά σοφών, λέει: οί πλείστοι άνθρωποι κακοί. Και στn νεότερη εποχή το ίδιο νόημα μας τό δωκε η απαρηγόρητη διατύπωση του Χόμπς: ο άνθρωπος είναι λύκος για το συνάνθρωπο. Σε μια τέτοια λοιπόν πραγματικότητα να πασχίζεις να εφαρμόσεις το άγαπάτε άλλήλους των χριστιανών είναι σα να βάζεις φωτιά και να ζητάς να πυρπολήσεις το χιονισμένα κάμπο.
Ετσι, ο Κρέοντας του Σοφοκλή, και πολύ διαφανέστερα του Aνούιγ, είναι ο άχαρος φύλακας της λογικής και τnς γης. Είναι ο επιτελικός του μπάτσου και του μπασκίνα, πες αλλιώτικα. Ενώ η Αντιγόνη είναι η μετάρσια κυνηγάρισσα της φαντασίας και του ονείρου. Είναι η ποίηση που γίνεται ζωή. Και γι αυτό συντρίβεται.
Ουσιαστικά, το πρόβλημα φέρνει μπροστά μας την παλαιά αντινομία του Αριστοτέλη: από δω ο τύπος, το σχήμα, το στατικό, η μορφή, το ενεργεία, η ακινησία, το κράτος, το απολλώνειο στοιχείο. Από κει η ουσία, το γίγνεσθαι, η ύλη, το δυνάμει, ο υπαρκτικός άνθρωπος, το μεγαλείο και το θαύμα της κίνησης, το διονυσιακό στοιχείο.
Η συζητούμε, και έχουμε μπροστά μας της ίδιας αιώνιας αντινομίας τη νεότερη έκδοση: από δω ο Γκαίτε να υποκλίνεται μπροστά στο βασιλιά που περνάει με την καρότσα· και από κει ο Μπετόβεν να γυρίζει στον βασιλιά τα οπίσθια. Ποιος από τους δύο έχει μαζί του το δίκιο; Mn βιάζεσαι να αποκριθείς. Θα κάμεις λάθος.
Σχετικά με την αγάπη, την παρούσα στους χριστιανούς και την απούσα στους έλληνες, αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι όχι με την πλάνη και την υποκρισία αλλά με την αλήθεια και την εντιμότητα, θα υποχρεωθούμε να αναδιατάξουμε τις θέσεις μας από τα θεμέλιά τους.
Για τους έλληνες αγάπη είναι η υποταγή στη φυσική και στην ηθική τάξη. Αυτό που διαφορετικά το περιγράψανε με τη μεγαλώνυμη λέξη της Δίκης. Να επιδικάζεις στον άνθρωπο τnν τιμή του, να μη γίνεσαι υπέρογκος και υβριστής απέναντι στους νόμους της φύσης και στους νόμους των ανθρώπων. Να κατέχεις και να δείχνεις τη νοστιμη και τη μέτρια ανθρωπιά, αυτό που οι ευρωπαίοι ερμηνευτικά τη βάφτισαν ουμανισμό. Και όλα αυτά χωρίς γλυκασμούς και χωρίς ηχηρότητα. Με γνώση, με πίκρα και με βούληση.
Για τους έλληνες, δηλαδή, αγάπη δε σημαίνει να δίνεις τον ένα από τους δύο χιτώνες σου. Αλλά να μην επιτρέπεις στον εαυτό σου νά ‘χει τρεις χιτώνες, όταν ο διπλανός δεν έχει κανένα.
Η θέση των χριστιανών να δίνεις από τα δύο το ένα σε κείνον που δεν έχει κανένα, είναι η νοσηρή αντίδραση απέναντι στους νοσηρούς όρους. Η ελεημοσύνη δεν ταιριάζει στον αξοπρεπή και τον περήφανο άνθρωπο. Γιατί ζητεί να λύσει το πρόβλημα προσωρινά, και εκ των ενόντων να «κουκουλώσει» μια κοινωνική αταξία.
Ενώ η θέση των ελλήνων να μην αποχτίσεις τρία, όταν ο δίπλα σου δεν έχει ούτε ένα, είναι η υγεία. Σου υποδείχνει να προλαβαίνεις στοχαστικά για να μn χρειάζεσαι ύστερα να γιατροπορεύεις ατελέσφορα.
Αλλωστε η θέση αυτή είναι, αλλιώτικα, η βάση εκείνης της υπέροχης σύλληψης στο κοινωνικό πρόβλημα, που οι έλληνες την είπανε δημοκρατία. Ξέρεις άλλη λέξη με πιο αδρό, πιο γόνιμη, πιο πλούσια, πιο σοφή, και πιο έμορφη αν θέλεις ουσία από τη λέξη δημοκρατία; Εγώ δεν ξέρω. Και γράμματα γνωρίζω, που λένε στα δικαστήρια.
Αυτή την πρωταρχική συμπεριφορά των ελλήνων, που προφταίνει να σε φυλάγει από τη διολίσθηση στο ηθικό χάος, ο Αριστοτέλης τη χάραξε σε μια πρόταση μαρμάρινη. Μοιάζει τις εξισώσεις που διατυπώνουν οι μεγάλοι φυσικοί: ο αλτρουισμός, λέει, είναι στον ίδιο βαθμό λανθασμένη προκατάληψη με τον εγωισμό.
Ο αλτρουϊσμός των χριστιανών όμως δεν είναι τέτοιο δώρο. Αλλά είναι η πρόφαση για να διαιωνίζεται ο εγωϊσμός τους. Σκέφτηκες ποτέ πόσο ατιμωτική είναι για σένα η στιγμή που ελεείς το διακονιάρη; Πώς επιτρέπεις, και πώς ανέχεσαι την υπεροχή σου απέναντί του; Η ελεημοσύνη σου τον φτύνει καταπρόσωπα.
Οι χριστιανοί ποτέ δε θα μπορούσαν να ειπούν αυτό το λόγο του Αριστοτέλη. Γιατί έρχουνται να διακονήσουν την αρρώστεια. Δεν έρχουνται να στεφανώσουν την υγεία.
Η πρόταση του Αριστοτέλη είναι ο λόγος ο φυσικός και ο ολόκληρος. Αντίθετα, το αγαπάτε αλλήλους των χριστιανών είναι η θέση η μισή και η αφύσικn. Γιατί ο άνθρωπος δεν αγαπά μόνο, αλλά εζίσου μισεί. Πράγμα που είναι και το φυσικό και το καθημερινά συμβαίνον.
Το περίφημο ocli et amo, αγαπώ και μισώ, πέρα από τnν ερωτική κυριαρχία του στην ποίηση του Κάτουλλου και του Ντοστογιέβσκι, έχει και την κοινωνική του εγκυρότητα. Ενας άνθρωπος που δεν ημπορεί να μισήσει ποτέ μοιάζει τn σκύλα που δε μάχεται το λύκο, σαν έρχεται επίβουλα στο μαντρί, αλλά ζευγαρώνει μαζί του. Ετσι όμως ποιος θα φυλάξει τα πρόβατα;
Επειδή η διδασκαλία των χριστιανών αγνόησε ή παράβλεψε αυτό το δεύτερο φυσικό μισό, η φύση και τα πράγματα τον ετιμώρησαν με τn χειρότερη τιμωρία. Την έκαμαν στα λόγια να γίνεται διδασκαλία απλότητας και αγάπης, και στην πράξη να μένει συμπεριφορά πονηρίας και μίσους.
Αυτό το αναποδογύρισμα στα σκοτεινά το περιγράφει η περίφημη υποκρισία των χριστιανών, που συνέχεια τη βλέπουμε γύρω μας, και συνέχεια την παραβλέπουμε αδιάφορα.
Η υποκρισία των χριστιανών μας είναι καθημερινή και βραδυνή και μεσημβρινή. Μας παραστέκει όπως το νερό που πίνουμε, και μας κυκλώνει όπως ο αέρας που ανασαίνουμε.
Παράδειγμα. Στο χωριό Μαύρη Τρύπα ένας τοκογλύφος έσπρωξε τον οφειλέτη του στην απόγνωση. Κρεμάστηκε στnν πόρτα του σπιτιού του. Με τρία παιδάκια μέσα. Δεν είχε να πληρώσει τα χρέη.
Σαν του είπαν πως εξαιτίας του σκοινιάστηκε ο άνθρωπος, ο τοκογλύφος αγανάκτησε, σήκωσε τα χέρια του παλαβά, και φώναξε:
—Ποιός θα μου δώσει τα λεφτά μου τώρα;
Από τη σύγχυση και την οργή του πήγε ο ψυχοβγάλτης στα εικονισματα ν’ ανάψει το τσιγάρο του στη φλόγα του καντηλιού. Να γλιτώσει και το σπίρτο.
Εκεί ήταν που λαδώδηκε το χαρτί στην άκρη του τσιγάρου του από το λάδι του καντηλιού. Σαν το είδε ο τοκογλύφος γονάτισε κι αρχίνησε να ικετεύει:
— Συχώρα με, Χριστέ! Μεγάλη Παρασκευή σήμερα, κι αρτεύτηκα. Οι καμπάνες χτυπούν λυπητερά το σταυρό σου, κι εγώ κατάλυσα τη νηστεία. Ήμαρτον ο αμαριωλός.
Τέτοιοι είμαστε οι πλείστοι χριστιανοί. Και το χειρότερο δεν το ξέρουμε. Και το χείριστο δε θα το μάθουμε ποτές.
Ο Ιησούς Χριστός ονομάζει υποκριτές τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους. Αλλά ποιοί είναι αυτοί; Πρώτον είναι εκείνοι που τον εσταύρωσαν. Και δεύτερον είναι οι θεόλόγοι και οι παπάδες της εποχής του. Είναι το ιερατείο της κάθε εποχής. Που έχει στα χέρια του τα δύο φοβερότερα όπλα. Το όπλο της υποκρισίας, και το όπλο του θεολογικού μίσους. Το odium theologicum.
Θα φέρω δύο δείγματα, για να δείξω ότι αυτό το μίσος είναι η οξύτερη μορφή εχθροπάθειας, που μπόρεσε να ξεδιπλώσει η ανδρώπινη φύση.
Το ένα δείγμα είναι η επινόηση της Κόλασης με τα βασανιστήριά της. Αναλογίστηκες ποτέ, τι σημαίνει την ώρα που πεθαίνει ο άνθρωπος να του φορτώνεις τον τρόμο του αιώνιου μαρτυρίου της Κόλασης;
Η ώρα του θανάτου που κάποτε θά `ρθει για τον καθένα μας, ο θάνατος είναι η μοναδική σταθερά της ανθρώπινης φύσης, είναι μια ώρα απερίγραπτης τραγικότητας. Γιατί εκείνη τη φοβερή στιγμή ο άνθρωπος εξοφλεί την επιταγή της ζωής.
Μην κοιτάς τι σημαίνει να σου πουν ξαφνικά ότι κέρδισες ένα δισεκατομμύριο στον λότο. Αλλά να κοιτάς τι σημαίνει να σου πουν ξαφνικά ότι οφείλεις να πληρώσεις, και μάλιστα αμέσως, ένα δισεκατομμύριο που δεν ήξερες ότι το `χεις χρεωθεί και το `χεις σπαταλίσει. Και που πια δε σου βρίσκεται ούτε δραχμή.
Ρωτάς: ποια είναι η χρέωση, και ποια είναι η σπατάλη μου; Μα είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή η δική σου που έζησες, με όλες τις χαρές
που σού `δειξε. ‘Οτι είδες τον ήλιο το πρωΐ, και τη θάλασσα τον Ιούλιο. ‘Οτι περπάτησες σε μια ρεματιά το Μάη μ’ ένα κορίτσι στο πλάι σου, κι ακούσατε τ’ αηδόνι. ‘Οτι δίψασες, και ήπιες το κρύο νερό της πnγής. Αυτά πληρώνεις την ώρα που πεθαίνεις.
Εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή της ανεκλάλητης χρείας και της φρικτής εγκατάλειψης είναι ακριβώς που εδιάλεξε η εκκλnσία να φορτώσει τον αφελή χριστιανό με τους αιώνιους τρόμους της Κόλασης:
Θα ζεις, του λέει, αιώνια κλεισμένος σ’ έναν πύρινο τάφο.
Θα περνάς τους αιώνες με το αίσθημα του ραγδαίου ιλίγγου ενός ανθρώπου που γκρεμίζεται από τον τριακοστό όροφο.
Θα περπατάς γυμνός σε άδεντρο τόπο, κάτου από ένα ορμητικό φλογοβρόχι.
Θα σε ρίχνουν χωρίς σταματnμό ο ένα βαθύ πηγάδι γιομάτο με κόκκινα, και μαύρα, και κίτρινα φίδια. Κόμπρες, οχιές, κροταλίες.
Θα βουτάς σε βόθρους. Και θα πνίγεσαι επαναληπτικά και ακατάπαυστα μπουκωμένος τα περιττώματα.
Μυτερώνυχοι διαβόλοι θα σε καρφώνουν ανάσκελα με τεράστιες πηρούνες.
Θά ‘σαι φυτεμένος αιώνια στους πάγους, και θα σε φυσάει κατάγυμνο ο δρεπανηφόρος Καικίας.
Θα μεταμορφώνεσαι σε δέντρο, σε φίδι, σε τέρας. Θα ζεις, δηλαδή, το μαρτύριο τnς αλλαγής τnς σάρκας σου.
Και όλα αυτά τα φρικώδη στους αιώνες των αιώνων. Χωρίς την ελπίδα της παύλας. Ο Δάντης εκείνους που διαβαίνουν την πύλη τnς Κόλασης τους βάζει να διαβάζουν μια επιγραφή που δεν παρηγοριέται με τίποτα:
Την πάσα ελπίδα αφήστε όσοι περνάτε!
Να φορτώνεις λοιπόν τον άνθρωπο τον αφελή και τον αθώο κάπου, γιατί είναι το μεγάλο σου θύμα, με τέτοιες φρικτές φαντασίες την πανίερη και την υπέρτατη και τη φοβερή ώρα που ψυχομαχεί, την ώρα που δίνει τnν πιο άγρια μάχη — τί ‘ναι μπροστά της τα Γαυγάμηλα και οι Κάννες και n Μάχη των Εθνών! — να βγει η ψυχούλα του για να λυτρωθεί από την αγωνία του θανάτου. Ερωτώ: ποιος σατανάς, ποιο ανθρώπινο τέρας, ποιος αρχιτέκτονας του σκότους και του ουαί θα μπορούσε να δείξει αγριότερο μίσος και να επινοήσει χειρότερο μαρτύριο για τους ανθρώπους:
Το άλλο δείγμα μου είναι το κείμενο του αφορισμού της εκκλησίας. Ακούστε τις λέξεις, κοιτάχτε τις σκηνές, και μετρήστε το μίσος που υπάρχει στο τυπικό του αφορισμού, την ώρα που ξεστομίζεται από το ρύγχος του ιερεά:
«Νά είσαι αφορισμένος κατnραμένος, κaι μετά -θάνατον άλυτος. Αι πέτραι και ο σίδnρος να λυθούν, συ δε μnδαμώς. Να σχισθή η
γη και να σε καταπίη ως τον Δαθάν και τον Άβειρών. Να τρέμnς επi γης ως ο Κάιν, και vα αποκτήσεις την λέπραν τού Γιεζή, και την αγχόνην του Ίούδα. Περιπλέον να έχnς τας αράς τών 318 θεοφόρων πατέρων».
Ναι. Τις κατάρες των θεοφόρων πατέρων! Οι άγιοι, δηλαδή, και ο θεός που φέρνουν μέσα τους, θεοφόροι γιά, δεν είναι άλλο παρά χολή και ανάθεμα, πίσσα, οργή, μισανθρωπία, βρασμός και βρυγμός και τριγμός, καταλαλιά και αποθηρίωση. Ίδε η θρησκεία της αγάπης!
Οποίον τρομερόν όπλον! λέει ο άγιος Παπαδιαμάντης μας για τον αφορισμό.
Κι ένας άλλος θα μπορούσε να προσθέσει: Και ενάντια σε τι ανθρώπους σφεντονίζεται!
Γιατί ποιος θα μπορούσε να μετρήσει την τόλμη και την αρετή, και τη γνώση και τη φιλανθρωπία ανθρώπων σαν τον Καΐρη, και σαν το Λασκαράτο; Σαν το Ροΐδη, σαν τον Καζαντζακη και σαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο; Ολους αυτούς και όλους τους άλλους που αφόρησε η εκκλησία;
Παρακαλώ αφορήστε κι εμένα, να χαρώ… παρακαλώ κάντε μου τη χάρη και την τιμή να με αφορήσετε…
Συνεχίζεται...
[This message has been edited by ΤeknonSelinis (edited 11-26-2001).]