GRAMMENO GIA TON PATERA MOU POU DEN ZEI PIA
Ο πατέρας
Σε θυμάμαι γυρνούσες αργά
Κουρασμένος από τόν θυμό
τής μεγάλης και δύσκολης μέρας..
Η ορφάνια σου,
το ΕΛΑΣ στην μικρή ηλικία
σού αφήσαν σημάδια πολλά στην ψυχή.
Μα ποτέ δεν σε είδα να σκύβεις.
Παληκάρι φαινόσουν ψηλό και σοφό,
Πικρή η ζωή σου και φωτιά σε καμίνι παθών.
Η συνθήκη τής Γιάλτας σ'εγλύτωσε
Ζώστηκες άρματα εσύ το παιδί.
Επερνούσες μπροστά στούς Ναζί
με κοντά παντελόνια σάν νάνος
στούς αντάρτες μηνύματα φέρνοντας
ασήκωτα για ένα άλλο παιδί.
Σε φωνάζανε Τσίφτη καλέ μου.
Έλεγες πάντα θλιμμένα:
«Μάς επρόδωσαν οι μεγάλοι ηγέτες τής γής.»
Επεράσαν καιροί για να μάθω
τί γινόταν στην χώρα τού ήλιου
στίς μαύρες ημέρες τής Κατοχής.
Δεν κατέθεσες τα όπλα ποτέ.
Σού μοιάζω μού λένε πολύ.
Μού μιλούσες σοφά κι αυστηρά
για τήν κάθε μικρή αλλαγή.
«Ο εχθρός ο δικός μου», μού είπες
«δέν σημαίνει πως είναι δικός σου,
εκτός κι αν είναι τής πατρίδας προδότης.»
Η πληρότης που είχες στο βάθος
με ανέβαζε στην κορυφή.
Τελευταία φορά που σε είδα
μου φαινόσουν κλαμμένος και μόνος.
Με απέφυγες λέγοντας πάλι.
«Δεν γλυτώνεις μ'αυτή τήν βροχή!»
Τ'αποτσίγαρα στην στακτοθήκη
μου αφήσαν βαθειά μια πληγή.
Πώς να πλάγιαζες άραγε μόνος
μέ τούς χίλιους δύο καυμούς
που σε πότισε η σταυρωμένη ζωή; .-
LENIW