ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ
- Πρόλογος
- Γλωσσάρι
- Καββαδίας - Οι 7
νάνοι στο s/s cyrenia
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Αγαπητοί φίλοι.
Ένα μεγάλο μέρος (αν όχι το
μεγαλύτερο) της εθνικής μας ιστορίας, αφορά την ναυτική μας παράδοση. Οι Έλληνες
είναι γεννημένοι ναύτες, είτε βρίσκονται σε καράβι, είτε δεν έχουν μπει ποτέ σε
πλωτό μέσο. Οι ναυτικοί μας ανέπτυξαν την δική τους γλώσσα, όπως για παράδειγμα
κάνουν σήμερα οι ηλεκτρολόγοι, οι προγραμματιστές, οι υπάλληλοι επιχειρήσεων, οι
μουσικοί, οι πιτσιρικάδες κλπ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάνουν κακό στην
Ελληνική (αρχαία ή νέα).
Για έναν ναυτικό είναι αστείο να
μην ξέρει κάποιος τι πάει να πει ''ρέλι'' και παρά την καταγωγή του ''ρελιού''
που είναι η αγγλική rail, επάνω στο καράβι το
συγκεκριμένο αντικείμενο δεν έχει άλλο όνομα για τους ανθρώπους της θάλασσας. Το
ρέλι είναι ρέλι, δεν είναι ούτε κάγκελο, ούτε κιγκλίδωμα, ούτε περίφραξη. Όποιος
έχει κάνει σε καράβι ξέρει. (Θυμήθηκα γράφοντας αυτό,
όταν πιτσιρίκος στο ναυπηγείο μου έλεγαν να πατήσω πάνω στο ρέλι και κοίταζα σα
χαζός)
Παρακάτω παραθέτω ένα χρήσιμο
γλωσσάρι για την διάλεκτο των ναυτικών, καθώς και ένα ποίημα του ναυτικού μας
ποιητή Καββαδία. Θα χαρώ πολύ αν συμπληρώσετε αυτό το τόπικ με άλλα ποιήματα του
ίδιου ή άλλου ποιητή, ή με κείμενα που έχουν να κάνουν με την θάλασσα, ελληνικά
ή μη (και οι Εγγλέζοι είναι σπουδαίοι ναύτες μην ξεχνιόμαστε, όπως και οι
Πορτογάλοι και οι Ισπανοί)
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
Α Β
Γ Δ Ε Ζ
Ι Κ Λ Μ
Ν Ξ Ο Π
Ρ Σ Τ Φ
Χ Ψ
Α
Αβάνες, οι: τα πούρα Αβάνας
αγάντα: ιταλ. agguanta: πιάσου γερά, κράτα /
αγάντα καδένα: κράτα γερά την αλυσίδα / η αγάντα:
πάσσαλος πρόσδεσης του σκάφους /αγαντάρω: υπομένω,
αντέχω
αγκωνάρι, το: ακρογωνιαίος λίθος - στήριγμα, προστάτης
Αη-Γιώργηδες: αγγλικά νομίσματα που φέρουν την εικόνα
του Αγίου Γεωργίου
αθάλη, η: καπνιά -ζεστή στάχτη- είδος φυτού
αϊνάς , ο: το πίσω μέρος του καραβιού
αϊπότζι, το: ιταλ. poggia: ταλάντευση/
βίρα πότζι: τραβήξτε δυνατότερα την άγκυρα
ακουρμάζομαι: αφουγκράζομαι, προσπαθώ ν' ακούσω -
συμμορφώνομαι
αλάντσια, η: ιταλ. lancia: λάντζα, λέμβος,
βενζινάκατος
αλάτι του Καρλσμπάντ: καθαρτικό φάρμακο που
παρασκευάζεται στη λουτρόπολη Καρλσμπάντ της Τσεχοσλοβακίας
αλτάνα, η: ιταλ. altana: μικρός ανθόκηπος -εξώστης,
ταράτσα
άλτης, ο: φωτεινός σηματοδότης
'Αμμος, η: η έρημος
αμπαντονάρω: ιταλ. abbandonnare: εγκαταλείπω
αμπαριτζής, ο: τουρκ. ambar: ο επιστάτης του αμπαριού
αμφιλύκη, η: χαραυγή ή και το δείλι
ανασμίδα, η: μικρή γουρούνα
ανάστροφη, η: αλλαγή πορείας του σκάφους με την πλώρη
στον άνεμο, βόλτα
ανεμοδόχος, η: κυλινδρικός σωλήνας στό ανώτερο
κατάστρωμα γιά τον καθαρισμό του αέρα
ανεμολόγιο, το: 1. στην πυξίδα, το χαρτί του μπούσουλα
όπου σημειώνονται τα ανεμορρόμβια και η διαίρεση σε μοίρες από Β ή Ν προς τον
Απηλιώτη ή τον Ζέφυρο. 2. στους χάρτες , δύο ομόκεντροι κύκλοι τυπωμένοι σε
διάφορα μέρη γιά τη χάραξη στο χάρτη αντιστοιχιών ή πορειών.
ανεμορούφουλας, ο: ανεμοστρόβιλος
ανιζέτα, η: γαλλ. anisette: λικέρ, από απόσταξη
αλκοόλης με μάραθο και κορίανδρο και την προσθήκη σιροπιού ζάχαρης
αντέννα, η: ιταλ. antenna: κεραία
αντιστοιχία, η: αναγωγή πλεύσης, σύνολο μαθηματικών
διορθώσεων της πορείας του πλοίου με τη βοήθεια του χάρτη και της πυξίδας.
απελάτης, ο: φύλακας των συνόρων /ζωοκλέφτης /πειρατής
απίκου: ιταλ. a picco: καθέτως, η θέση της άγκυρας την
ώρα που πρόκειται να αποσπασθεί από το βυθό/ είμαι απίκο : είμαι έτοιμος γι
αναχώρηση αλλά και προσαρτημένος
αποκρισάτορας, ο: μαντατοφόρος
αποσπόρι, το: στερνοπαίδι
αράκ, το: είδος ρακής των αραβικών χωρών της Αν.
Μεσογείου
Αρμίδα, η: αστεροειδής που ανακαλύφθηκε το 1903
άρμπουρο, το: ιταλ. albero: ο ιστός, το κατάρτι του
πλοίου
αρόδο, το: ιταλ. a rota: πλοίο που βρίσκεται μακριά
από την ακτή και σε αναμονή γιά αναχώρηση
ασένιο, το: ιταλ. a segno: έτοιμο στη θέση του- ταξη,
ευπρέπεια
αστρίτης, ο: το φίδι αμμοδύτης
αστρολάβος, ο: κυκλικός χάρτης αστέρων που μπορεί να
περιστρέφεται, ώστε να υπολογίζει κανείς τις θέσεις του ήλιου και των αστεριών
σε οποιαδήποτε ώρα της μέρας ολοκλήρου του χρόνου.
άστρο της Ανατολής: η Πούλια, η Αφροδίτη
άστρο της τραμουντάνας: ο πολικός αστέρας
άστρο του Αλμποράν: φάρος στο ΝΔ άκρο της νήσου
Αλμποράν , Α του Γιβραλτάρ, που ταυτίζεται με τη μυθική Ωγυγία του Ομήρου
άστρο του Βορρά: ο πολικός αστέρας
αυλός, ο: σιδηροσωλήνας των ατμολεβήτων σε σχήμα αυλού
- σιδερένια ή χαλύβδινα όπλα εκτόξευσης των ''αστέρων'' κατά τις νυχτερινές
σημάνσεις
αχταρμάς, ο: τουρκ. aktarmah:η μεταβίβαση από πλοίο σε
πλοίο επιβατών κι εμπορευμάτων, το τρανσπόρτο, το τράνζιτο
Β
βάρδα: βεν. vardar: παραμέρισε!
βάρδια, η : βεν. vardia: σκοπιά, φρουρά / ο λοστρόμος
της βάρδιας : ο ναύκληρος
βαρδιόλα, η: ιταλ. guardiola: σκοπιά από συρραμμένο
πανί ή ξυλοκατασκευή για την προφύλαξη από τις κακές καιρικές συνθήκες - τα
φτερά στα πλαϊνά της γέφυρας - σκοπιά στο κατάρτι γιά την παρατήρηση του
ορίζοντα
βατσιμάνης, ο : αγγλ. watchman: αυτός που επιτηρεί,
που κάνει βάρδια
βελόνι, το : 1. ο βελονοειδής μαγνήτης της πυξίδας 2.
η κεραία του γερανού, η μπίγα 3. Σύνδεσμοι του πηδαλίου με το ποδόστρωμα
βερίνα, η: γαλλ. verine: κόμπος, στρίψιμο των σκοινιών,
νήματα, καλώδια
βήσσαλο, το: λατιν. bessalis: το τούβλο
βιβάρι, το: λατιν. vivarium: ιχθυοτροφείο, ψαρολίμνη,
αμπάρι
βιδάνια, τα: ιταλ. oguadagn: υπόλοιπα ποτών με τα
οποία νόθευαν οι ταβερνιάρηδες αυτό που σέρβιραν
βίντσι, το: αγγλ. winch: σκοινί, αλυσίδα, βαρούλκο,
γερανός
βιράρω: ιταλ. virare: στρέφω το βαρούλκο για να σηκώσω
την άγκυρα, φεύγω
βόρτα, η: ιταλ. volta: φορά, στροφή, ανάπρωρη αλλαγή
πορείας ιστιοφόρου, περιφορά του σκοινιού γύρω από άλλο σκοινί ή άλλο
αντικείμενο
βοστιλίδι, το: κόκκινο δυνατό κεφαλλονίτικο κρασί
βουρλίζομαι: ιταλ . burlare: λυσσομανώ, ερεθίζομαι,
ζαλίζομαι
βουτσί, το: βυτίο, βαρέλι
βρεχάμενα, τα: τα ύφαλα, μέρη του πλοίου κάτω από την
ίσαλο γραμμή
Γ
γαζέττα, η: ιταλ. gazzetta: η εφημερίδα
γαζί, το: αραβ. kazy=μεταξωτός: γάζωμα, μτφ. κοροϊδεύω
γαλέτα, η: βεν. galeta: ξύλινος δίσκος στη κορφή των
καταρτιών και του ιστού της σημαίας, το επίμηλο της ηλακάτης του ιστού - είδος
παξιμαδιού
γάσσα, η: ιταλ. gassa: ναυτικός κόμπος , κομποθηλειά
με την οποία γίνεται η πρόσθεση ή η σύνδεση με άλλο σκοινί ή κεραία
γεμιτζής, ο: τουρκ. yemici: ο παληός ναύτης, ο
θαλασσόλυκος - ειρωνικά ο αθαλάσσωτος που κομπορρημονεί
γεύω: κάνω κάποιον να γευτεί, του κάνω το τραπέζι
γιατάκι, το: τουρκ. yatak: κλίνη, τόπος διαμονής,
κατάλυμα
γιερνέ: όρος ναυτικός που σημαίνει ''μόνιμα'', ''σταθερά''.
γιούσερ, το: γιούσουρι, μαύρο σκληρό κοράλλι
γκριζόλα, η: μαλτ. gisiola: πυξιδοθήκη, καπάκι που
σκεπάζει τη νύχτα την πυξίδα γιά να μη βγαίνει το φως και εμποδίζει την
ορατότητα.
γκρός: αγγλ. gross: διεθνής όρος με τον οποίο
εκφράζεται ο κυβισμός όλων των κλειστών χώρων των εμπορικών πλοίων. 1 γκρος=
2,8317 μ³ .
γκρος μπώνκερ: αγγλ. gross bunker:μέρος του πλοίου στο
οποίο φυλάσσεται κάρβουνο ή υγρά καύσιμα, αμπάρι κοντά στα καζάνια
γλίνα, η: λίπος, βρωμιά- μτφ. γλοιώδης άνθρωπος
γραδάρω: ιταλ. graduare: μετρώ, βρίσκω την πυκνότητα
του υγρού με γράδο (=πυκνόμετρο)
γραδελάδες, οι: ιταλ. gradeladi: ξύλινες ή σκαλωσιές
στο λεβητοστάσιο.
γραμματικός, ο: υποπλοίαρχος, ενίοτε κι ο λογιστής
γύρα, η: χαλκάς, κολλάρο
γύφτος, ο: ο ναύτης της μηχανής
Δ
δέκτης, ο: συσκευή που εγγράφει τα εκπεμπόμενα σήματα
δελέγκου: βεν. dilogo: αμέσως, ευθύς, επιτόπου
δεσπέτζα, η: βεν. despensa: διανομείο, σκευοθήκη,
αποθήκη φύλαξης τροφίμων προς διανομήν
δέστρα, η: σιδερένιο κολωνάκι που δένουν τους κάβους
διάκι, το: τιμόνι ή δοιάκι
διοσκορίνη, η: πολύ δηλητηριώδες αλκαλοειδές από την
διοσκορέα
διπλαρώνω: φέρνω το σκάφος δίπλα σε άλλο, πλευρίζω
δρόμος, ο: λαθρέμπορος, κοντραμπατζής
Ε
εξάντας, ο: όργανο γωνιομετρικό που προσδιορίζει με
αστρονομικές παρατηρήσεις τις γεωγραφικές συντεταγμένες της θέσης στην οποία
βρίσκεται το πλοίο κατα τον πλού. Το όνομά του οφείλεται στο γεγονός ότι
διαθέτει βαθμολογική κλίμακα που εκπροσωπεί το 1/6 του κύκλου.
Εωσφόρος, ο: άλλο όνομα του πλανήτη Αφροδίτη
Ζ
ζαβώνω: στραβώνω, μτφ. αποβλακώνω
Ι
ιβιλάι, το: αγγλ. heaving line :λεπτό σκοινί, τράβηγμα
του σκοινιού
ιππάριο, το: μικρή βοηθητική μηχανή που κινεί αντλία
ιστός, ο: το κατάρτι της πλώρης
Κ
καβατζάρω: βεν. cavetzar: παρακάμπτω ακρωτήρι
καβίλια, η: ιταλ. caviglia: σκοινί με οξύ άκρο για να
περνά εύκολα από τους τροχίλους - καθεμιά από τις ακτίνες της ρόδας του πηδαλίου
- ατσάλινο εργαλείο για να ανοίγουν τα έμβολα των σκοινιών και να φτιάχνουν
γάσες (βλ.λ)
κάβος, ο: ιταλ. cavo: αποκρημνο ακρωτήρι - χοντρό
σκοινί / παίρνω κάβο : καταλαβαίνω
καθετή, η: αλιευτικό εργαλείο, απο συνηθισμένο νήμα με
αγκίστρι στην άκρη, κι ένα μικρό βάρος που συντελεί στην καταβύθιση του
άγκιστρου
καλάδα, η: βεν. calada: βύθισμα αλιευτικών διχτυών.
καλαμίδα, η: το ψαραδικο καλάμι
καλάρω: ιταλ. calare: μαζεύω πανιά, κάνω νερά, αφήνω,
ρίχνω δίχτυα
καλατζής, ο: τουρκ. kalayci: γανωτής, κασσιτερωτής
χαλκωμάτων.
καλαφατίζω: ιταλ. calafatare: πισσαρω τα κενά - βατεύω,
καμπανιές, οι: χτυπήματα της καμπάνας της γέφυρας ή
του μηχανοστασίου γιά τις αλλαγές της ώρας.
καμπούνι, το: υπόστεγο της πλώρης για τη στέγαση των
ανδρών του πληρώματος σε κακοκαιρία, καμπίνα
καναλέτο, το: ιταλ. canaletto: αυλάκι, ρυάκι, θαλάσσια
δίοδος
κανοκιάλι, το: ιταλ. cannocchiale: όργανο γιά την
παρακολούθηση αντικειμένων από πολύ μακρυά
καντηλίτσα, η: βεν . candelizza: 1. συσκευή που
αναρτάται στα πλευρά του πλοίου και στην οποία στέκεται ο εργάτης που
επισκευάζει ή χρωματίζει το πλοίο. 2. η καντηλίτσα του φλώκου : η υπέρα του
ατέρμονος 3. Κόμπος επιδέξιος χρησιμοποιούμενος γιά την ανύψωση ανθρώπου στα
ξάρτια.
καντίνι, το: ιταλ. cantino:η οξύτερη χορδή των
εγχόρδων οργάνων, μτφ. στην εντέλεια, κομψός.
καπελώνω: ιταλ. cappello: βάζω τους κάβους (βλ.λ.)
στις δέστρες
κάπος, ο: ιταλ. capo: αρχηγός -της τετραωρίας- μέρος
ξηράς που αναδύεται από τη θάλασσα.
καραβοφάναρο, το: πλοίο που χρησιμεύει ως πλωτός φανός,
φαρόπλοιο, αγκυροβολημένο κοντά σε επικίνδυνα σημεία, υφάλους κλπ
καραμοσάλι, το: εκ του τούρκου ναυάρχου του 14ου αι.
Καρά Μουσέλ: βαρύ αντικείμενο ποντισμένο με πλωτήρα στην επιφάνεια γιά την
ευχερή αγκυρόδεση του εφολκίου -είδος ιστιοφόρου που χρησιμοποιούσαν το 1821- ο
σύνδεσμος των αγκυρών, ο αμφιδέτης.
καραντί, το: σκαμπανέβασμα του καραβιού εξαιτίας
θαλασσοταραχής που συνεχίζεται και μετά την παύση του ανέμου, φουσκοθαλασσιά.
καρρέ, το: γαλλ. carre: ο μεσόδεσμος, τετράγωνο
διαμέρισμα του πλοίου που χρησιμεύει ως εντευκτήριο ή εστιατόριο.
κάρτα, η: ιταλ. carta: ο καθένας από τους τριανταδύο
ανεμόκομβους του ανεμολογίου (βλ.λ.)
καρτίνι, το: ιταλ. quartino: το 1/4 του ρόμβου κατά
τις διαιρέσεις των παλαιών ανεμολογίων(βλ.λ.)
κάρτο, το, και κουάρτο, το:
ιταλ. quarto: 1/4
κάσσαρο, το: ιταλ. cassero: το επίστεγο πάνω στην
πρύμνη, υπερυψωμένη γέφυρα -ειδικό διαμέρισμα που χρησιμοποιείται γιά
καπνιστήριο από τους επιβάτες της α΄θέσης- πύργος φρουρίου
κατραμόκωλος, ο: ναύτης της κουβέρτας
κιαλάρω: ιταλ. chiale: κοιτώ με κυάλι, παρατηρώ με
ενδιαφέρον
κλειδιά, τα: κυρτά σιδερένια κομμάτια με παχύτερα άκρα
και διάτρητα ώστε να περνά γόμφος με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους οι κρίκοι αλυσίδας
κοκκινόκωλος, ο: ναύτης σκαρφαλωμένος ψηλά -είδος
πιθήκου- το πτηνό φοινίκουρος
κοκό, το: η κοκαϊνη
κόντρα, τα: ιταλ. contra: ρυθμιστικοί και ασφαλιστικοί
κοχλίες
κόντρα γέφυρα, η:σημείο πάνω από τη γέφυρα που 'ν' η πυξίδα
και το τιμόνι
κοντραστάρω: ιταλ. contrastare: πάω αντίθετα -πάω
εγγύτερα στον άνεμο
κοράκι, το: η μύτη του βαποριού
κοστάρω: ιταλ. accostare εκ του costa=ακτή: πιάνω
στεριά
κοτσάρω: ιταλ. cozzare: συνδέω, προσαρτώ, πλευρίζω,
περνάω κρίκο ή αγκίστρι μέσα από κρίκο
κουβέρτα, η: βεν. coverta:το κατάστρωμα
κουβούσι, το : τουρκ. kovus: το υπερυψωμένο παραπέτο
του αμπαριού, αίθουσα, χώρος ύπνου
κουίνα, η: αγγλ. queen: έκφραση των ναυτικών γιά τους
ομοφυλόφιλους των λιμανιών
κουπαστή, η: το ανώτατο χείλος των τοιχωμάτων του
πλοίου -χειρολαβή
κρένι, το: γαλ. crane: γερανός περιστρεφόμενος,
περιστροφικό βίντσι
κρουζέτο, το: βεν. croseta: το δίζυγο του μεγάλου
επιστηλίου -λούκι γύρω από το κατάστρωμα, για να φεύγουν τα νερά
Λ
λαμαρίνα, η: βεν. lamarin: λεπτό μεταλλικό έλασμα -αρρώστεια
που προσβάλλει και τρελαίνει τις γάτες στα φορτηγά πλοία
λαμπόγυαλο, το: η παιδεραστία
λάντζα, η: βεν. lanza: μαστέλο
--------------------
Nihil sub sole novum