ΤeknonSelinis
Member
Reged: Mon
Posts: 27
Loc: Athens, Greece
|
Gia ton Paratiriti!
Sun Dec 16 2001 12:36 AM
|
|
|
Αν γινόνταν να συνδυάσει και να βγάλει πόρισμα κανείς από τα δυο μηνύματα σου τα «εκκλησιαστικά» και το «τι είδαν γιατρός και οπερατέρ στην κόλαση του Αφγανιστάν», κι αν η Νέκυα του Δάντη έπαιζε στο ζάρι την αγάπη του ανθρώπου για ζωή και τον τρόμο του για τον θάνατο… Κι εφ’ όσον έτσι αδράξανε οι Χριστιανοί Δυτικοευρωπαίοι και Αμερικανοί τα κοιτάσματα του Ιησού κι ύστερα τα ρίξανε στην υψικάμινο και τα κάμανε ενέργεια, για να `χουνε φως και εστία…κατανοούμε όλοι πια που όπου να `ναι ο αντιδραστήρας επάλιωσε. Και πάει κατά `Αψινθο και κατά Τσερνομπίλ. Κι αν γινότανε τρόπος να ξαναγυρίσει σήμερα κοντά μας, o Ιησούς, και έβλεπε τη χάρη με την οποία τον έχρισε n Ιστορία, θα απορούσε. Όμως, στα εκατοντάδες εκατομμύρια που τον λατρεύουν σήμερα σα θεό, τους χριστιανούς καθώς τους λένε, θα είχε να ειπεί. Αυτός, ο φάγος και οινοπότης: —Μα εγώ δεν είμαι χριστιανός, όρε σαφρακιάρηδες. Κι εσείς μοιάζετε σε μένα, όσο μοιάζει ο ρυπαρός ιπποπόταμος στο περήφανο άλογο με το κατάλευκο δέρμα και τα κατάμαυρα μάτια. Όλους εσάς δεν ήρθα να σώσω. Να σας καταγγείλω ήρθα, και να σας φραγγελώσω. Το μυαλό σας την ψευτιά σας, την αχρεία ψυχή, και τις δολερές σας πράξεις. Αυτά είχα στο νου μου, την ώρα που τίναζα τα αστροπελέκια με τα απανωτά «ουαί» για τη φαρισαϊκή ηθική σας. Με αστραπές τρεκλές, με βροντή και με λάμψη εμαστίγωσα την υποκρισία σας. Και σεις με κάματε σημαία στα ψεύδη και σάλπιγγα στις πομπές σας. Γιατί όλοι σας, από τον πάπα της Ρώμης και τον πατριάρχη της Πόλης, από το σοφό Θεολόγο και το φοροφυγά επίτροπο της ενορίας ως τον τουρλωτό καθηγούμενο του μοναστηριού, είσαστε ίδιοι οι τάφοι που παράσταινα. Γιομάτοι ακαθαρσίες, μύγα κουλουμωτή, και σάπια κόκαλα. Και τούτο το τέρας των τεράτων δύο χιλιάδες χρόνους τώρα, το σέρνετε και χαράζετε την τροχιά της ιστορίας, όπως οι Τρώες που έσερναν εκείνο το ξύλινο άλογο με χαχανητά και αλληλούια από τα τείχη στην πόλη. Χωρίς να ξέρουν ότι ετοίμαζαν το χαμό τους. Σας βλέπω χωσμένους στα ερείπια της ιστορίας, που οι ίδιοι στο όνομά μου θα την γκρεμίσετε. Διπλοεντέληνοι και παχυμουλαράτοι. Κακά σας έμαθε, όποιος σας είπε ότι σας φέρνω ειρήνη. Ρομφαία και μαχαίρια σας έφερα. Και το μεγάλο πόλεμο στον εαυτό σας πρώτα, και ύστερα στους υποκριτές του κόσμου. Καμωθήκατε πως δεν καταλάβατε αυτά που σας είπα. Όμως τα λόγια μου ήσαν κρυστάλλινα και καθαρά σαν τα μάτια μου. Εκείνος που είναι να τραβήξει το δρόμο μου, είπα, θα σηκώσει τον ιδικό του σταυρό. Άλλο πέρασμα δεν υπάρχει. Ούτε άλλη ερμηνεία στα λόγια μου. Mα εσείς διακωμωδήσατε την τραγωδία. Ανοίξατε πόρτα εκεί που δεν υπάρχει. Την οδηγία μου την κατεβάσατε στη λασπουριά και στα έλη σας. Όπου κοάζετε και βουτάτε με τους βαθράκους. Εγώ να σηκώσω τις δικές σας αμαρτίες; Για ποιο λόγο τάχα, χαραμήδες; Το χρώσταγα στην αμάθεια, στην οκνηρία, στο βόλεμά σας; Στο λιανό άντερο και στο χοντρό σας; Ναι. Είναι αλήθεια πως σας ζήτησα ν’ αγαπάτε τους άλλους. Αλλά πώς ημπορείτε, ν’ αγαπάτε τους άλλους, αν δεν πάψετε πρώτα ν’ αγαπάτε τον εαυτό σας; Που ο καθένας σας πιστεύει πως είναι ο άξονας, που γύρω του κινείται η γη και η Ιστορία; Με παραχαράξατε ως το τελευταίο μου κύτταρο. Και διδάξατε πονηρά ότι ανέβηκα στο σταυρό, για να σας λυτρώσω. Όχι. Εκείνος που είναι να σωθεί, που σημαίνει εκείνος που διάλεξε τη ζωή της αρετής, του μέτρου και της δίκης που εδίδαξαν οι Ελληνες, θα τραβήζει αναπόφευγα για το δικό του λόφο και το δικό του όρος. Οπως ο Σωκράτης. Τέλος, κιοτήδες και κάλπηδες. Αγιορείτες, μαδεμλίνοι, δομινικανοί, Άγγλοι, Αμερικάνοι, Ευρωπαίοι, σαβουρώματα. Τέλος. Αρκετά στο όνομά μου σταυρώσατε το ανθρώπινο γένος! Ο Ιησούς, ποιητής με λάμψη που τυφλώνει, είναι ο μέγας Ουτοπικός. Λησμόνησε τα πόδια, και ζήτησε τους ανθρώπους με φτερά. Οι άγγελοι όμως κατοικούν στον ουρανό. Σαν ξεπέσουν στη γης, γίνουνται διαβόλοι, Νομενκλατούρες, μαλαματαίοι, αρχιδιαμάντες, και πρωτοκλασάτοι φτωχοδιάβολοι. Κατά τα υπόλοιπα ο Ιησούς ετελείωσε στα καρφιά με τη διαυγή συνείδηση του πλήρους εξευτελισμού και της τέλειας αποτυχίας. Ούτε που φαντάστηκε την υστεροφημία, την τιμή και τη λατρεία που του φύλαξε το μέλλον. Ξεψύχησε κυκλωμένος από τις ίδιες σκέψεις καλιακούδες, που θα είχε κάμει ο καθένας από εκείνους τους έξι χιλιάδες δούλους του Σπάρτακου, όταν τους είχε σταυρώσει εκατό χρόνια παλαιότερα ο Κράσσος στο δρόμο από την Καπούη για τη Ρώμη. Ο Ιησούς! Το πιο αξιοθρήνητο ναυάγιο του Χριστιανικού βάρβαρου πολιτισμού και της υπαρκτικής βίωσης του ανθρώπου. Τα φρικτά και τα φρικώδη που βλέπει ο δημοσιογράφος καθώς ανοίγεται η πύλη του Δάντη και περνά στο τοπίο των ανθρώπινων παθών, είναι τόσα και τέτοια, που δε γίνεται να προχωρήσει χωρίς σηματωρό και ναυτίλο. Χρειάζεται τον οδηγό και τον παραστάτη. Για να στυλώνουν κάθε φορά το ψυχικό και τα πόδια του μπροστά στους εφιάλτες που εφορμούν να τον αφανίσουν στη φρίκη τους. Δεν είναι που υπάρχουν τα θερία και τα φίδια. Δεν είναι η πίσσα και το κατράμι και ο χοχλός που βράζει. Ούτε οι διαβόλοι που ασελγούν και σατυριάζουν στα κορμιά των αθώων θυμάτων, καθώς τσιρομαχούν με τις αγκουσεμένες στρίγγλες. Δεν είναι τα βουνά οι βουβώνες με τα περιττώματα που τρώνε οι Αμερικανοί κολασμένοι. Ούτε οι στρατιές και οι σπείρες τα σκουλήκια που τρώνε τους Αμερικανούς τους κολασμένους. Και οι στρουφωτές καμακιές στα μαλακά, τα ξεκοιλιάσματα, τα άντερα που σέρνουνται πλεχταριές κυνηγώντας τους σφαγμένους όπως οι κατάρες τους κατάλαλους. Οι πυρωμένοι τάφοι με την πλάκα που έκλεισε για πάντα απάνου από τον πανικό της αιώνιας νεκροφάνειας του πεθαμένου. Ούτε εκείνος ο νυχτοπάτης που κρατάει στο χέρι φανάρι το κομμένο κεφάλι του, για να του φωτίζει το δρόμο. Όλα αυτά είναι ό,τι είδε ο σημερινός δημοσιογράφος στα έγκατα πάθη της ανθρώπινης φύσης. Οι νάρκες και τα ναρκωτικά, οι βόμβες και τα βομβαρδιστικά, τα δηλητήρια και τα φαρμάκια που δίνουν και παίρνουν ακατασίγαστα, και γιομίζουν τις μέρες και την αγορά των ανθρώπων. Είναι τα παραπατήματα, οι πλημμέλειες, οι κακουργίες που κυκλώνουν τον Χριστιανικό πολιτισμό άλλοτε σαν σκοτεινές επιφορές και προθέσεις, και άλλοτε σαν άγριοι επιτελεσμοί. Έτσι βλέπει ο δημοσιογράφος το Χριστιανικό πολυκέφαλο θρέμμα που κρύβει μέσα του ο καθένας μας. Βλέπει και στοχάζεται, και απορεί και τρομάζει. Απελπίζεται, και κλαίει και περιγράφει. Περιγράφει την κτηνωδία να ξεσυνερίζεται την απανθρωπιά. Τα ψεύδη και την υποκρισία να προσκυνιούνται τις Κυριακές στους ναούς. Τη χαιρεκακία και το φθόνο να δικάζουνε τους αναίτιους. Την πλάνη και τη δεισιδαιμονία καθισμένες στο θρόνο. Ζωγραφίζει την αλαζονεία στα ψηλά και στους εξώστες. Τη φιληδονία να βγαίνει περίπατο με τη μαϊμού και τον κόκκινο πρωκτό ης. Τον αισχρό εγωισμό τον κουφόηχο και τη φιλαυτία μπροστάρηδες στο δρόμο. Την αμάθεια γενική οικονόμο στο σπίτι και στο βουλευτήριο. Και την προδοσία του ψωμοπάτη. Την ξετσιπωσιά, τη σιμωνία, τη λαιμαργία, την ασωτία, τους μισερούς, τους κίβδηλους, τους κόλακες, την ακαλαίσθητη αηδία και ταραχή από νεόπλουτους και απόλιτιστους και ανήθικους «μορφωμένους». Πάπες, πατριάρχες, καρδινάλιοι, ηγεμόνες, πρίγκιπες, βασιλιάδες, σύμβουλοι κρατικοί, αξιωματούχοι, εμπόροι, καλαμαράδες, διοικητικοί, στρατιώτες, ο απλός κοσμάκης. Όλοι συνωθούνται και κατακρούονται, χορεύουν, τραγουδούν‚ βιάζουνται, σκούζουν, βρίζουνται, μαχαιρώνουνται, γελούν, συνουσιάζουνται στο αλκοολικό πανηγύρι του κόσμου. Καθώς τους τυλίγει σαν τεράστιο χταπόδι η νύχτα της Κόλασης με τις ρίζες, τους ιστούς, και τους λώρους ενός πόνου που δεν έχει πέρας. Κι από την άλλη εμείς, οι Ελληνες! Απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου, λέει ο δημοσιογράφος, και οι Αφγανοί του χαρίζονται. Ποιοι; Οι αμόρφωτοι και βάρβαροι τρομοκράτες Αφγανοί. Χαρίζονται σ’ εμάς τους πολιτισμένους Ελληνες που δεν έχουμε στήσει του Αλέξανδρου, ούτε ένα άγαλμα στην Ελλάδα. Και σύντομα θ’ αρχίσει η μεγάλη συζήτηση αν θα πρέπει να επιτρέψουμε στον απόδημο γλύπτη να καλλιτεχνήσει το πρόσωπό του στο γρανιτένιο βουνό εκεί κάπου στη Μακεδονία. Εμείς οι νεοέλληνες! Δυόμισι χιλιάδες χρόνια σχεδόν πέρασαν από τότε κι ο Μέγα Αλέξανδρος και οι άλλοι αρχαίοι συνεχίζουν να μας κουβαλάνε στην πλάτη τους σώους και αβλαβείς. Αφήσανε τέτοιο πλούτο να τον ροκανίζουμε και να τον χρησιμοποιούμε ανάλογα με τις ανάγκες μας. Εμείς οι μπάσταρδοι νεοέλληνες! Εμείς οι Χριστιανο-Αγιατολάχιδες Ελληνορωμιοί, Εβραιοέλληνες! Αυτό είναι το ταξίδι που έκαμε ο δημοσιογράφος. Μας δίνει μια ανάγλυφη χαρτογράφηση ολόκληρη και λεπτομερή του ηθικού τοπίου της ανθρώπινης φύσης σε ώρα που φυσούν τα άγρια μεσάνυχτα. Όλοι αόμματοι, όλοι κουφάλαλοι, όλοι παράφρονες στις πάνδημες βασιλείες που πέρασαν. Ο άλλος Όμηρος που ζει είναι πάλι τυφλός. Δε δέχεται να βλέπει γύρω του με την τυφλομάρα που βλέπουν οι άλλοι και τη φωνάζουνε όραση. Ο άλλος Μπετόβεν που αναγράφει την Εroica είναι πάλι κουφός. Δε δέχεται να ακούει την άκοσμη βοή που ακούνε όλοι οι άλλοι και τη φωνάζουνε ακοή. Του άλλου Νίτσε η τρέλα δεν είναι τρέλα. Είναι η ακύρωση της παράλογης λογικής, η απόρριψη της ανόητης νόησης όλων των άλλων που τη φωνάζουν αλήθεια και φρόνηση. Και τους την έδωκες χαλινάρι στο χέρι, Χριστιανέ μου γερο - διάβολε! Να ηνιοχήσουν την ιστορία. Την ιδική τους τελικά, ή τη δική σου; Όλα να σου συχωρεθούν, φτωχο-διάβολε! Εξόν από ένα. Αυτό που δίκαια σε κρίνει νά ‘χεις για σπίτι την Κόλαση. Ότι μαζί με τους πολλούς, μαζί με τις μάζες που γίνανε άνθρωποι με χέρια και νου και φωνή αλλά στην ουσία ποτέ δεν ξεκόρμισαν από το ζώο, αφάνισες στα βαθιά απολιθώματα και τους λίγους, που σαν έγιναν άνθρωποι αγωνίστηκαν πολύ για να μείνουνε τέτοιοι. Εκείνους τους αρχαίους Ελληνες, που πέθαναν αψεγάδιαστοι στο διάλογό τους με τη φύση, και στη φιλία τους με τους ανθρώπους.
|
|