Μ ι α κ α λ η μ έ ρ α . . . (Αφιέρωμα στα θύματα της Κατρίνας- ΗΠΑ)
Μια καλημέρα να σας πω, φίλες και φιλαράκια τώρα με το φθινόπωρο που πέφτουνε τα φύλλα και να σας πω, μαζί μ’ αυτά, και τον δικό μου πόνο τρανός, μικρός ή μέτριος σαν φύλλο μαραμένος
Να κρατηθεί, να σωριαστεί στ’ ανέμου την αντράλα; Να πει ή να παραδεχτεί πως έχει πια τελειώσει, ο ρόλος του, η αποστολή, πως έδωσε τη σκιά του και πα στους κλώνους άφησε τα κατορθώματά του; Πόνος που παίρνει τις μορφές, τυφώνων, καταιγίδων, Βοριάδων που τρέχουν και χαλούν όλα στο πέρασμά τους κι άλλοτε γίνεται ούρλιαγμα που σκιάζει και τρομάζει, μαύρος, σαν λύκος και άγριος, με λύσσα στη θωριά του
Μες στα μηνίγγια με τρυπά σαν σκουριασμένη αρίδα, πόνος αβάσταχτος, πικρός, σκορπά τα λογικά μου ποιος μου τον φύτεψε βαθιά και το χυμό μου κόβει; σάπιος να γίνω απ’ το δεντρί, με θειάφι μαραμένος;
Να με γκρεμίσει νοιάζεται και να με ξεριζώσει και το δεντρί μας, άνθρωποι, χωρίς κλαριά να μείνει να μη ζυγώνουν τα πουλιά, σκιάδα να μην υπάρχει παρά μονάχα καταχνιά και απόλυτο σκοτάδι Στ’ άδειο κορμί μου και ξερό μ’ απόμεινε η σκέψη, μόνη σαν έρμαια κι άδολη μα αποφασισμένη, την ύπαρξή μου δεν μπορεί να βλέπει αφανισμένη σαν φύλλο απροστάτευτο μες στων στοιχειών τις σκόνες
Σήκω, ακούω να μου μιλά και μου ’δωσε το χέρι, πάμε να μετριάσουμε δράματα, πόνους, κλάμα, αν είναι κάμα, πυρκαγιά, ν’ απλώσουμε δροσάδα κι αν είναι θύελλες, σεισμοί, λαίλαπες και χτικιά,
μόνοι δεν είμαστε, μαθές, που νιώθουμε σαν φύλλα μιλιούνια οι πόνοι, δράματα που έσπειρε ο θεός, τούτος κι είναι ανθρώπινος, δόλιος, τρομακτικός φύλλα μάς θέλει, ανήμπορα, να πέφτουμε γοργά,
να μένουν δέντρα άρριζα κι άδεια από κλαριά. Των Αιολών τη δύναμη, το μένος, τη σκληράδα αντάμα θ’ ανατρέψουμε κι ο ήλιος μας θ’ αστράψει φτάνει ποτέ να μην ξεχνάς και πανταχού να κράζεις,
με ένα κρώξιμο άγριο, να ρίχνει και βουνά να το ακούνε τα χτικιά, που μας χαλούν τη ζήση να γίνεται η τρίχα τους σκληρή σαν το αγκάθι κι αργά, αργά να τους σκορπά το μαύρο τους φαρμάκι
Κράξε, λοιπόν, τι στέκεσαι, τι μένεις πωρωμένος; Τι προσκυνάς το μάντρωμα και τον ευτελισμό σου; Πώς θες, μαθές, αλλιώτικα να μη νιώθεις σαν φύλλο πόνος, να λες, πως σε τρυγά και είσαι μαραμένος;
Χειμώνες πέρασαν πολλοί και μύρια φθινοπώρια καλοκαιριές και άνοιξες, σοδιές και περιβόλια, μα εσύ πάντα παρέμενες αδύναμος σαν φύλλο και με το πρώτο φύσημα ήσουν στη γη πεσμένος
Άραγε θα’ ρθει, άνθρωποι, το άλλο φθινοπώρι που δε θ’ αφήσει στα κορμιά κρυάδα και χλομάδα που θα μπορέσει το δεντρί φύλλα να ξαναβγάλει και δε θα λες, ω άνθρωπε, ο πόνος με παιδεύει
Κι εσύ παπά και δάσκαλε, που είστε σαν μουδιασμένοι σας κούρασε η καλή ζωή, η δόξα και η αίγλη νιώσετε φύλλα μια στιγμή, ξερίζωμα και πόνο, κι οι άλλοι που έχουν λάβαρο το δύστυχο το λόγο
Στα αβάκιά σας σκύψετε, χαράξτε δυο γραμμές, να ’ναι με αίμα της καρδιάς και φύλλο της ψυχής, λόγος που να ’ναι ακουστός στα μήκη και στα πλάτη πριχού οι χάρτες της ζωής σας ρίξουν στο άχρηστο καλάθι
Κράξε, λοιπόν, τι στέκεσαι, τι μένεις πωρωμένος; Κράξτε αντάμα, αδελφοί, κι οι δώθε κι οι εκείθε οι βόρειοι, οι νότιοι, ανατολής και δύσης κι αντισταθείτε όλοι μαζί στων βάρβαρων τη δίνη...
Μη χάνετε το θάρρος σας και είναι μακριά, εκείνος ο χειμώνας που φαίνεται ψηλά. Μόνο να φυλαχτείτε! Βάλτε βαθιά τις ρίζες σας μαζί αγκαλιαστείτε, αγέρας είναι δυνατός, να μη τον φοβηθείτε!
Γερμανία 12.09.2005 Βάιος Φασούλας (Από τη Β` Ποιητική Συλλογή –«Ψάχνοντας στ΄ αχνάρια σου ζωή»).
-------------------- Fasoulas Vaios
e-mail: vaios@fasoulas.de
web: [url=http://www.fasoulas.de
|