vaiosfasoulas
Enthusiast

Reged: Fri
Posts: 508
Loc: Germany
|
Γαβριήλ Παναγιωσούλης, ΗΠΑ Ο Φ τ α ί χ τ η ς
Sat Oct 15 2005 05:43 AM
|
|
|
Γαβριήλ Παναγιωσούλης, ΗΠΑ « Ο Φ τ α ί χ τ η ς » Από το Βάιο Φασούλα
«Οι ελπίδες για την διαφύλαξη του απανταχού ελληνισμού και του πολιτισμού δεν πρέπει να χάνονται, όσο λίγες κι αν είναι, όταν σκοπός της γίνεται: Η μεταβολή μας σε τσοπαναραίους και δραγάτες· και για τα πρόβατά μας και για τα χωράφια μας…Β Φ.»
Πριν προχωρήσω στο σχόλιό μου, ας μου επιτραπεί να αναφερθώ με δυο λόγια στον άνθρωπο-συγγραφέα Γαβριήλ Παναγιωσούλη, ο οποίος πρόσφατα μου έστειλε το νέο έργο του, «Ο Φταίχτης». Πρόκειται για το νέο θεατρικό έργο του διορατικού και πολυδιάσπαρτου λόγου τού βετεράνου της Διασποράς Γ. Παναγιωσούλη. Με τον βραβευμένο συγγραφέα και αγαπητό μου φίλο Γαβριήλ, μας δένει μια φιλία με άσπαστα δεσμά και δεν μπορώ αλλά ούτε και θέλω να την κρύψω. Αυτή η φιλία, εδώ και κάποια χρόνια, γεννήθηκε και εξελίχθηκε μέσα από μεγάλες αποστάσεις τις οποίες το διαδίκτυο εξουδετέρωσε, μέχρι που κάποια στιγμή σμίξαμε και σαν δυο μυλόπετρες, από κοινού πλέον και με πρωταρχικό μέλημά μας την ανάδειξη του λόγου μέσα από το χώρο της Διασποράς. Αυτή η σχέση έδωσε κι άλλες διστάσεις· απλώθηκε η φιλία απανταχού κι έτσι δεν είμαστε πλέον μόνον δυο, αλλά πάρα πολλοί, με τις ίδιες ανάσες και οράματα, με τις ίδιες ανησυχίες και κραδασμούς, που οι σύγχρονες πολιτείες-Χώρες μάς προσφέρουν. Τέλος αν και όλα αυτά κάνουν δύσκολη μια ανάλυση ενός έργου, μάλιστα όταν πρόκειται για φίλο, ο γράφων θα το επιδιώξει και τούτη τη φορά. Στους ρυθμούς της εφήμερης και ξενιτεμένης ζωής μέσα από απλές και αμακιγιάριστες αράδες ο Γ. Παναγιωσούλης δίνει πολλές και ποικίλες γεύσεις με το: «Ο Φταίχτης». Μέσα από μια άλλη «σπορά», τη δική του, έντεχνα αφήνει και ξεπηδά το «όνειρο», όπως εδώ και πολλές δεκαετίες πίσω μας, μας είχε σαγηνεύσει και αιχμαλωτίσει. Σίγουρα το Αμερικάνικο «όνειρο», αλλά και κάθε άλλης Ηπείρου, για πολλούς μετανάστες που ονειρεύτηκαν να το κατακτήσουν, δε τα κατάφεραν. Και, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι φυσικό. Όταν μέσα σου ζει το υπαρκτό «όνειρο» (ο τόπος σου) και αποδημείς για μια άγνωστη και μακρινή χώρα έχοντας κατά νου την κατάκτηση του ονείρου της, χωρίς προηγουμένως να απομονώσεις, να «σβήσεις» ή να «ξηλώσεις» το όνειρο που έχεις μέσα σου, τότε η κατάκτηση είναι δύσκολη ως και αδύνατη. Η παραδοχή, δικαιολογημένη ή μη και η προσαρμογή (πολλές φορές άνευ όρων) σε νέα και άγνωστα δεδομένα και σε έναν ασύλληπτο για το μετανάστη νέο τρόπο ζωής, φέρνει στην επιφάνεια πολλά συναισθήματα. Πολλά απ’ αυτά, όπως η νοσταλγία, καλυμμένη απ’ τους ιστούς του άγνωστου αλλά και του φόβου, απελευθερώνονται, ενεργοποιούνται ακόμα πιο δυναμικά, ανεξέλεγκτα και άναρχα, διαιωνίζονται στον εσωτερικό κόσμου σου ικανά να σε βγάλουν άλλοτε «φταίχτη», «ατίθασο» και «καθυστερημένο» κι άλλοτε απτόητο καβαλάρη με τ’ άλογό του που πίνει μόνον καθαρό νερό. Τα μεταναστευτικά κύματα των Ελλήνων κατά τις δεκαετίες του προηγούμενο αιώνα, 50,60,70 αλλά και πιο παλιά, όχι μόνο δε «ξήλωσαν» το όνειρο, αλλά φεύγοντας το πήραν μαζί τους και το συντήρησαν. Το Αμερικανικό όνειρο, όπως αυτό ξεδιπλώνεται μέσα από τις στήλες του θεατρικού έργου, «Ο Φταίχτης», είναι μια οικογενειακή διάσταση που σφυρηλατείτε μεταξύ των δυο ονείρων: Ενός συνδυασμού του χτες με το σήμερα, που όμως δεν οδηγεί πουθενά. Κι ένας αλληλοσυγκρουόμενος εναγκαλισμός δύο ή και περισσότερων πανσπερμικών πολιτισμών πάνω σε δυο μέτωπα: Τη χειραφέτηση του ενός και την απόρριψη του άλλου. Οι παραστατικές και ανάγλυφες εικόνες που με γλαφυρό τρόπο δίνει ο συγγραφέας, είναι εικόνες που ξετυλίγονται μέσα σε μια πενταμελή οικογένεια που ακροβατεί στα λιβάδια του χτες και στην ύλη του σήμερα. Μια οικογένεια στη δεκαετία του 1960 στη Νέα Υόρκη, εκεί δηλαδή που το Αμερικάνικο όνειρο έδινε τις πραγματικές του διαστάσεις. «Το πεπρωμένο του ανθρώπου, είναι κάτι που ο ίδιος αδυνατεί να το αλλάξει, ή ας πούμε να το διαφοροποιήσει. Εφόσον ο άνθρωπος πλέει μέσα στην ατμόσφαιρα χωρίς να πνίγεται από τον αέρα που τον περικυκλώνει, το κατά κάποιον τρόπο υποσυνείδητό του τρέχει μπροστά πριν από την υλική παρουσία του σώματος και δοκιμάζει με τη δύναμη της σκέψης, να το προστατέψει, παίρνοντας σαν βάση τη χώρα της γεννήσεώς του, το παρελθόν του»> Είναι τα ρηξικέλευθα λόγια του συγγραφέα από τον πρόλογό του, τα οποία δεν επιτρέπουν το «γύψωμα» ή το «πάγωμα» των συναισθημάτων, που κατά τη γνώμη του, θέλουν να διατηρούν τις ρίζες, τις αξίες και τις παραδόσεις του τόπο του. Λόγια απλά, λόγια σοφά, θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε. Για πολλούς η κατάκτηση το ονείρου ήταν αυτοσκοπός. Στην πατρίδα, την Ελλάδα, η πενταμελής οικογένεια «έκρυψε» τα όνειρά της για ένα χρονικό διάστημα που κανείς τους δεν μπορούσε να προκαθορίσει ή να φανταστεί τη διάρκεια παραμονής τους στην ξένη και έχοντας ως σύμβολο και σημαία την ελπίδα ξεκίνησαν. Η πάροδος των δυο πρώτων χρόνων στη μεγάλη Χώρα, για τον 48χρονο Νίκο, πατέρα τριών παιδιών, 12 χρονών ο Στεφανής, 14 χρονών η κόρη τους η Κόρα και 16 χρονών ο Πέτρος, δεν άφηνε κανένα περιθώριο για την κατάκτηση του ονείρου. Η 38χρονη γυναίκα του, η Ρένα, πήγαινε σε ένα σχολείο και κάποια στιγμή θα έπαιρνε ένα χαρτί που θα μπορούσε να περιποιείται ηλικιωμένους βοηθώντας το βάρος της οικογένειας που είχε πέσει όλο στις πλάτες του Νίκου. Τα τρία παιδιά τους, μεγάλωναν με διαφορετικά ενδιαφέροντα και έστηναν τα δικά τους όνειρα. Και ο Νίκος πάλευε να τα φέρει βόλτα, που όμως δεν μπορούσε. Στην πενταμελή οικογένεια δεν ήταν μόνο το όνειρο που αργούσε να πραγματοποιηθεί, αλλά η καθυστέρησή του που δημιουργούσε καβγάδες που έφταναν μερικές φορές σε αδιέξοδα. Εγκλωβισμένος με τη χαμάλικη και ασυνήθιστη δουλειά ο Νίκος σε ένα εστιατόριο που τον εξουθένωνε, γυρνώντας στο σπίτι ήθελε μια μπουκιά ψωμί και να ξαπλώσει. Από καθώς πάτησε το πόδι του, εδώ στη Νέα Υόρκη, ότι στραβό και ανάποδο πάνω του έπεσε. Αγχώθηκε, πώς να τα φέρει βόλτα και το άγχος του το πολεμούσε με χάπια… «ΝΙΚΟΣ: Καταραμένο άγχος, άτιμη μετανάστευση, αυτή έγινε αιτία ν’ αποπειραθεί να αυτοκτονήσει ο γιος μου…Γιατί πήγε ν’ αυτοκτονήσει; τι του έλειπε; Τι γυναίκα; ΡΕΝΑ: Δε ξέρω άνδρα μου. ΠΕΤΡΟΣ: Μα βέβαια, αφού καταπιεζόταν, δεν τον καταλάβαινε κανένας σας, ζωή είναι αυτή που ζούμε; ΝΙΚΟΣ: Δηλαδή τι θέλετε να σας κάνω μωρέ; Σας έλειψε το φαγητό, ο ύπνος τα ρούχα; ΡΕΝΑ: Πάψε άνδρα μου, πάψε μη μας βρουν χειρότερες συμφορές. Μην τους αντιμιλάς. Τάχα ήταν μόνο η κούραση της δουλειάς και τα λεφτά που δεν έφταναν… Αλλά ας μεταφερθούμε σε μερικές άλλες σκηνές του «Φταίχτη». ΝΙΚΟΣ: Πώς το είδες πάλι αυτό ρε γυναίκα! Χτες το βράδυ αισθάνθηκα σα να μη με χωρούσαν τα ρούχα μου, τα παιδιά μας μάς κάνανε ρεζίλη. ΡΕΝΑ: Αχ! άντρα μου πάνε τα χρόνια που ήξερες, εδώ έχουμε δυο χρόνια κι ακόμα να συνηθίσεις τις απαιτήσεις της ζωής. ΝΙΚΟΣ: Μα μουσική ήταν αυτή που φέρανε τα παιδιά μας; ΡΕΝΑ: Δηλαδή δε σου άρεσε; ΝΙΚΟΣ: Ε όχι και να μου αρέσει, αυτή ήταν σαν αρκουδιάρικη ταμ, ταμ. ΡΕΝΑ: Πώς φαίνεται άντρα μου ότι έμεινες εκεί που ήρθες, τα παιδιά φέρανε ότι τους άρεσε, συγκρότημα ΝΤΙ ΤΖΕΗΣ. Έτσι είναι η καινούργια μόδα. ΝΙΚΟΣ: Ρένα, χάνουμε τα παιδιά μας, μου φαίνεται ότι θα τα μαζέψουμε να πάμε πίσω στην Ελλάδα». Συγκρούσεις λοιπόν σε καθημερινή βάση από τις συστάσεις του πατέρα προς τα παιδιά δημιουργούσαν κραδασμούς και αδιέξοδα και η Ρένα πολλές φορές βρίσκονταν ανάμεσα από σφύρα και άκμονα προσπαθώντας να κρατάει τις ισορροπίες: ΝΙΚΟΣ: Όλοι για ύπνο λοιπόν. Θέλω ησυχία. το μεροκάματο με καρτερεί. ΡΕΝΑ: Πάμε, παιδιά μου, ας τον αφήσουμε μόνο. ΣΤΕΦΑΝΗΣ: Ο πατέρας μάνα γίνεται μισητός. Μας επιβάλει σιωπή και ησυχία από τόσο νωρίς. ΡΕΝΑ: Όχι παιδί μου τέτοια λόγια, έχουν και του πατέρα σπάσει τα νεύρα του, βλέπεις κανένας δε το περίμενε άτι θα γύριζαν έτσι τα πράγματα κι ο πατέρας σας φέρνει στους ώμους του όλο το βάρος της οικογένειας. Σε μια άλλη σκηνή που δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από την προηγούμενη μέρα και είχε προηγηθεί η αυτοκτονία του μικρού Στεφανή «η Κόρα φέρνει μα εικόνα κάποιου Αγίου απ’ το δωμάτιό της κι ένα καντήλι και τα βάζει πάνω στο τραπέζι»: ΝΙΚΟΣ: Μα τι είναι αυτό που βάζεις πάνω στο τραπέζι; ΚΟΡΑ: Καντήλι πατέρα, καντήλι, για σένα το άναψα ΝΙΚΟΣ: Ξέρεις κόρη μου, είναι επικίνδυνο, μπορεί να πάρουμε φωτιά. ΚΟΡΑ: Ο παπάς μας είπε στις δύσκολες περιστάσεις, ν’ ανάβω το καντήλι, το έβαλα για σένα πατέρα πάνω στο τραπέζι κι ένα για τον αδελφό μας στο δωμάτιο του. ΠΕΤΡΟΣ: Πατέρα, πρέπει να το καταλάβεις. Δεν είμαστε στην Ελλάδα. Εδώ είναι η καινούρια μας πατρίδα. Πάψε να γκρινιάζεις. Κοίτα πώς κατάντησες τον αδελφό μας. ΝΙΚΟΣ: Άντε φύγετε από δω όλοι σας, που θα μου πείτε ότι εγώ των κατάντησα έτσι; Δηλαδή εγώ στην ηλικία του γιατί δεν έκανα αυτές τις κουταμάρες, δεν ήμουνα άνθρωπος εγώ; Η απόγνωση, η περιφρόνηση και η μείωση από την οικογένειά του γονάτιζε συχνά το Νίκο, που για τα παιδιά του, τελικά αυτός ήταν ο φταίχτης για όλη την επικρατούσα κατάσταση. Έτσι τον έλεγαν· φταίχτη. Μάλιστα κόντεψε να τον βγάλουν και τρελό γιατί δεν άντεχε τον τρόπο ζωής που με μαθηματική ακρίβεια οδηγούσε στην αφομοίωση των παιδιών του. Έτσι σε μια άλλη σκηνή βλέπουμε: ΝΙΚΟΣ: Πού πας κόρη μου; ΚΟΡΑ: Στην εκκλησία πατέρα, ναι στην εκκλησία, πάω να φέρω τον παπά να διώξει τα δαιμόνια από το σπίτι μας... ΝΙΚΟΣ: Εμένα δεν μου αρέσει αυτή η ιδέα, τι μπορεί να ξέρει ένας παπάς, αφού κι αυτός άνθρωπος είναι σαν κι εμάς; ΡΕΝΑ: Κόρη μου, άντε πήγαινε στην εκκλησιά, να ζητήσεις ένα μπουκαλάκι αγιασμό μόνο, μη φέρεις τον παπά, τίποτε άλλο. ΠΕΤΡΟΣ: Τι να τον κάνεις τον αγιασμό μάνα; ΡΕΝΑ: Να ραντίσω τον πατέρα σας. ΣΤΕΦΑΝΗΣ: Σα να έχεις δίκιο μάνα η ματιά του φαίνεται σαν τρελού. ΝΙΚΟΣ: Να μην ξανακούσω τη λέξη αυτή, εδώ δεν υπάρχουν τρελοί. ΠΕΤΡΟΣ: Πάρε το όπως θέλεις πατέρα, εμείς είμαστε όλοι καταπιεσμένοι από εσένα. ΡΕΝΑ: Κόρα, κόρη μου, άντε πήγαινε να φέρεις τον αγιασμό, ίσως να είναι ακόμα καιρός. ΝΙΚΟΣ: Γυναίκα γιατί δεν με καταλαβαίνεις; Πίστεψέ με χωρίς εσένα η ζωή μου είναι άδεια, αλλά η σκλαβιά του εαυτού μου οι τόσες πολλές ώρες να πλένω πιάτα με κάνουν επαναστάτη. ΠΕΤΡΟΣ: Πατέρα, θα πρέπει να το πάρεις απόφαση, ότι θα μείνουμε εδώ, θα φτιάξουμε μια καινούργια ζωή, σύμφωνα με τις συνήθειες του μέρους που ζούμε. ΡΕΝΑ: Και θα πάψεις να λες για γυρισμό. ΣΤΕΦΑΝΗΣ: Ούτε να μας λες τι να κάνουμε. ΡΕΝΑ: Εγώ πάω στο δωμάτιο να ξαπλώσω, είμαι κουρασμένη. . . . ΚΟΡΑ: Πως είσαι μάνα; σου έφερα τον αγιασμό. ΡΕΝΑ: Άκουγα τον πατέρα σας που μίλαγε μόνος του. ΝΙΚΟΣ: Έλεγα τον καημό μου. ΚΟΡΑ: Τι καημό καλέ πατέρα, θα πρέπει να συμμορφωθείς με τα εδώ έθιμα. ΝΙΚΟΣ: Δηλαδή να σκύψω το κεφάλι, να βάλω το ζυγό της ποδιάς να πλένω πιάτα; ΚΟΡΑ: Μάθε τον εδώ τρόπο ζωής, μάνα να του βάλω λίγο αγιασμό στο κούτελο; ίσως καλμάρει. ΡΕΝΑ: Όχι, το βράδυ που θα κοιμάται θα τον αλείψω. ΚΟΡΑ: Έτσι φτιάχτηκε η γενιά των Ελληνοαμερικάνων. ΝΙΚΟΣ: Αν το ήξερα, αν το ήξερα, αλλά τώρα είναι πια αργά, θα πρέπει να υποκύψω. ΚΟΡΑ: Μπράβο πατέρα, μπράβο, το ήξερα ότι θα άλλαζες, έτσι πρέπει να κάνεις. Να σκύψεις το κεφάλι στο σύστημα. Τότε όλοι θα λένε, άλλος ένα πετυχημένος Ελληνοαμερικάνος. ΝΙΚΟΣ: Αλλά Δεν γίνετε ν' αλλάξω εγώ, ΟΧΙ Ποτέ αφού γεννήθηκα έτσι.. Ο συγγραφέας με το: «Φταίχτη» του δίνει τεράστιες διαστάσεις στην πατρίδα του. Πατρίδα, οικογένεια, φως, αξίες· όλα μαζί αποτελούν θεμέλιο έναντι στους κάθε λογής αγέρηδες που μέσα από σειρήνων ακούσματα σαγηνεύουν το νου με όνειρα. Η μεταλαμπάδευση των ηθών και αξιών στην οικογένειά του, δε στάθηκε δυνατή σ’ εκείνο το ξεκίνημα. Πικραμένος και απελπισμένος από τη νέα δομή που στήνονταν στα παιδιά του, που ήθελε να τα βλέπει Έλληνες και απογοητευμένος από το άπιαστο Αμερικάνικο όνειρο, γύρισε για λίγο στην πατρίδα του να αποπάρει. Μα κι εκεί οι συντοπίτες του, αν και η απουσία του από το χωριό του ήταν μόνο λίγα χρόνια και δεν είχε ακόμα μετατραπεί σε «έγκλειστο» στα κάστρα του μεγάλου ονείρου, αλλιώς τον υποδέχτηκαν· σαν ξένο. Αγανακτισμένος, πικραμένος και σαν διωγμένος από την αλλαγή του τόπου του, ξαναγύρισε στη Νέα Υόρκη. Φτάνοντας στο τέλος με την θεατρική ιστορία του «Φταίχτης» του Γαβριήλ Παναγιωσούλη, μια ιστορία που την έζησε και τη ζει, σχεδόν, κάθε οικογένεια στην ξένη, θα κλείσουμε με ένα μονόλογο, που μοιάζει να είναι ο επίλογος του έργου: «Ο Φταίχτης». ΝΙΚΟΣ: Γυναίκα, Μετανάστης έφυγα, σαν μετανάστης αισθάνθηκα όταν γύρισα πίσω στο χωριό μου, μα πράγμα παράξενο, μετανάστης αισθάνομαι σε τούτη εδώ την ξένη χώρα κι όταν πεθάνω μετανάστης θα είμαι, αλλά υπάρχει ελπίδα· το βασίλειο του Αχέροντα είναι ελληνικό, η αιωνιότητα σε αυτό είναι ελληνική, έτσι εκεί θα βρω την αιώνια γαλήνη, έστω κι ας μην έχω το ελληνικό κέρμα εισόδου, είσοδο που δικαιούμαι σαν Έλληνας...
Ε.Ε. – Γερμανία, Οκτώβρης 2005 www.fasoulas.de * vaios@fasoulas.de
-------------------- Fasoulas Vaios
e-mail: vaios@fasoulas.de
web: [url=http://www.fasoulas.de
|
|