Ε κ ε ί ν ο ι
Για τη γιορτή της κάθε μητέρας Χρόνια Πολλά! (Αφιέρωση στους γονείς μου και στους γονείς του κόσμου)
Σε θυμάμαι στη ζωή από πολύ μικρός, που ήσουν καλός, πράος και άκακος μ’ άπειρη καλοσύνη. Να τραγουδάς καμιά φορά, να μου ραγίζεις την καρδιά με κείνο το τραγούδι, που έλεγε για βάσανα, για πόνους, γι’ αγωνίες και βγαίναν απ’ τα στήθη σου ευχές και προσδοκίες σα να ’ταν μελωδίες!
Καμιά φορά μου πιάνονταν η αναπνοή στα παιδικά μου στήθη, λυγμός πικρός μ’ έκαιγε και τρέμανε τα χείλη, κόμπος σκληρός κι αβάσταχτος που ’θελε να με πνίξει. και κόβονταν τα πόδια μου και μου ’ρχονταν οδύνη. Να νιώθω άδειος, μοναχός, σαν μια σταγόνα που δεν μπορεί να σβήσει κείνη τη δίψα της ψυχής που μου ’χε κατακλύσει. Κι όλο κοιτούσα αγωνιωδώς μήπως και κάπου δω την προστασία που ζήταγες από την Παναγιά, πότε με χέρια τεντωμένα, πότε γονατιστός, πολλές φορές με δάκρυα από συγκίνηση κι από μεγάλη πίστη και φεύγανε ακράτητα τα ωχ! τα αχ! και βαχ!
Πώς βγαίνανε, θυμούμαι, λες κι ήταν μεθυσμένα απ’ τ’ άδικο κι αχόρταστο της φτώχειας το μεθύσι κι όλα αυτά, πατέρα μου, τσαπίζανε θανάσιμα εμένα
Πέρασαν από τότε χρόνια πολλά που μέσα μου δε σβήνουν και με τη λάτρα άσβηστη βαθιά μες στην καρδιά μου, τις αναμνήσεις μου κρατώ, τις έχω φυλαχτό μου, άλλες που ήτανε γλυκές και δεν της σβήνει ο χρόνος κι άλλες που ήτανε σκληρές, μάτωμα της καρδιάς, όταν νωρίς, πολύ νωρίς, ο χάρος σας επήρε. Κι αυτό μου το παράπονο κανένας δεν το ξέρει, μήτε ο Θεός κι η Παναγιά παλέψανε γι’ αυτό κι ούτε κανένας έκλαψε για τούτο το χαμό...
Πολλά στοχάζομαι για σας κι έχω να θυμηθώ, μαζί και όλα τα χτικιά της πλούσιας εγκατάλειψης και της πανούργας φτώχειας, τον άνθρωπο το δυνατό και τον σκληρό τον άλλο τον αδύναμο, τον άγιο και τον πράο, που όλοι τον παραμέλησαν, Θεοί, θνητοί και ήρωες τούτου του παραδείσου.
Ξεκίναγες τη χαραυγή ωχρός και σκεφτικός με το σταυρό στο χέρι κι ήσουν σαν φύλλο κίτρινο που σάπισε ο καιρός, φύλλο που έδερνε ο βοριάς κάτω στη ρεματιά κι εκείνο τρέμει πιο πολύ και προσπαθεί να κρατηθεί στις ρίζες γέρου πλάτανου με ζόρι στη ζωή, το νέο φύλλο πράσινο ήθελε να το δει, να ’ναι γερό και δυνατό, αετού φτερά να έχει, για να πηδά κάθε φορά δεινά και δυσκολίες.
Κάθε πρωί ξεκίναγες χωρίς μπουκιά στο στόμα. Λίγες δραχμές που σου ’μεναν τις άφηνες για μένα, υγρό ήταν το βλέμμα σου, αργά έβγαινε η ανάσα κι η μάνα ν’ αφουγκράζεται με αχ! τα βήματά σου, όπου δεν κράταγαν πολύ, έσβηναν στη στροφή. Και άρχιζε τότε κι αυτή ξανά την προσευχή για κείνο το παιδί που ήταν το μονάκριβο στολίδι στη ζωή.
Σαράντα μέρες στη σειρά μετά την Αποκριά, μας έρχεται μέρα τρανή, μέρα Λαμπρή απ’ του Χριστού τα πάθη. Δραχμή δραχμούλα μάζευε εκείνος στο πουγκί για να μπορέσει τη Λαμπρή να ψήσει ένα αρνί. Όχι για μας! Για το Χριστό και για την Παναγιά! Ακόμα και το κόκκινο αβγό δεν έλειπε ποτέ, μισή οκά κρασί για να λυθεί η ψυχή, να φύγει το μαράζι για κάμποσες στιγμές! Κι απ’ αύριο το πρωί ξανά απ’ την αρχή...
Θυμάμαι που με ξύπναγες, ω μάνα μου, εσύ και μ’ έπαιρνες απ’ το χέρι! Τι όμορφη ανάμνηση! Ποτέ μου δε θα σβήσει! «Σήκω» μου ’λεγες, «άγγελε, κι η μέρα δε μας παίρνει!» Μαντίλα άσπρη καθαρή φόραγες στο κεφάλι ένα λαγήνι με νερό, πέντε ελιές, ψωμάκι, τρεις ώρες ποδαρόδρομο στα στάχια σου να φτάσεις. Λαχάνιαζες και ίδρωνες και κόλλαγε τ’ αχείλι, η κάψα ανυπόφορη μέσα στο θεριστή κι εγώ να ’μαι τ’ ανάσκελα μες στον παχύ τον ίσκιο δε μ’ άφηνες μήτε στιγμή στην κάψα να γυρίζω φοβόσουνα για με μήπως λιποθυμήσω...
Σαν έφτανε η άνοιξη με τις παραξενιές της, πότε με τη βροχή, πότε με κεραυνούς που ’φερναν χαλασμό και πότε με καυτά και χρυσαφιά χαμόγελα στη φύση να χαρίζει, έτσι κι εσύ πάλευες ολημερίς σκυμμένη στους μπαχτσέδες κι όταν τελείωνε η δουλειά ήσουνα μουσκεμένη.
Μισό τσουβάλι αγαθά ήταν η αμοιβή μας, μες στη βροχή με αστραπές μ’ έπαιρνες απ’ το χέρι, είχες χαρά στο πρόσωπο κι ήσουν μπαϊλντισμένη. Έφευγε η κάψα η τρανή, ερχόταν μέρα πιο μικρή και κάπου στην Ανατολή κρεμιόταν ένα σύννεφο που έφερνε βροχή.
Μερακλωμένοι άνθρωποι, ανάμεσα κι εσύ, μες στ’ αμπέλια ορμούσανε να κόψουν τα σταφύλια και λίγα παλικάρια και μορφονιές μαζί κουβάλαγαν τον τρύγο αντάμα στην αυλή. Μεθούσε ο τόπος γύρα μας κι είχε πολλές τσιμπιές απ’ τις μεγάλες σφήκες που ήταν σαν παλαβές. Κι όταν η μέρα έπεφτε κι έφερνε τη δροσιά, άρχιζαν το τραγούδι με κέφι και χαρά μέσα στις κάβες τις βαθιές ρίχνανε το σταφύλι και με ποδάρια καθαρά, άρχιζαν πανηγύρι...
Θυμάμαι, όταν ερχόταν ο χιονιάς κι άσπριζε όλος ο ντουνιάς, λαμπάδες από κρούσταλλα κρέμονταν στις σκεπές, τα κυπαρίσσια στον Άη-Λια γονάτισαν με μιας απ’ τον παχύ μανδύα που ’φερε ο χειμώνας. Κι αυτά τα σπουργιτάκια ψάχνανε για τροφή, το τζάκι μας στη κάμαρη ήταν χωρίς ψυχή. Εκείνος ήταν άνεργος και ήταν βλοσυρός, το βερεσέ ήρθε ξανά με μια μακριά ουρά, μπακάλης, φούρναρης και γαλατάς, φώναζαν για λεφτά. Ας ειν’ καλά ο Άη-Λιας που έσπασαν τα δέντρα του και είχε δώσει ζεστασιά σε κείνη την παγωνιά... Αχ! Πού να’ σαι, μάνα μου γλυκιά, κι εσύ καλέ πατέρα! Αλήθεια πώς περνάγανε οι τότε οι καιροί! Πότε χωρίς δουλειά, πότε χωρίς ψωμί, μόνο φαρμάκι πλούσιο υπήρχε στη ζωή. Αρρώστια έπεσε βαριά, αρρώστησε ο πατέρας η μόνη μας βοήθεια ήταν η Παναγιά, γονατιστή να τρέχει εκείνη στον παπά, με δάκρυα να τον παρακαλεί, να δώσει γιατρειά.
«Υπάρχουνε παιδί μου» της έλεγε ο παπάς γεμάτος σοβαρότητα και με συρτή φωνή, «στον κόσμο ακόμα πιο φτωχοί κι είναι πάρα πολλοί! Καρτέρα λίγο σήμερα και πέρνα την αυγή».
Πρωί, πρωί εκείνη έτρεχε να πάει στο Ναό, συνάντηση να κάνει μέσα στο ιερό. Πρώτα να κουβεντιάσει λίγο στην Παναγιά μέχρι να έρθει ο γέροντας να φέρει τη δουλειά. Να καθαρίσει η εκκλησιά, σκάλες, στασίδια, μανουάλια, κηροπήγια, εικόνες, ιερό, ως το καμπαναριό. Πήγα κι εγώ, βοήθησα μία σταλιά κι όταν τελειώσαμε μας έδωσε ο δέσποτας απ’ τα κελάρια που ’χε, στάρι, πρόσφορα και ψωμί και μύριες ευλογίες.
Αυτά κι άλλα πολλά διαλογίζομαι συχνά και είμαι λυπημένος, μέχρι τα μύχια της ψυχής είμαι φαρμακωμένος. Παράπονα πολλά κι ερωτηματικά απ’ τη ζωή που κύλησε σαν τρένο, χωρίς σταθμούς για εκεινούς τους δυο! Κι ας είχαν πάντοτε σταυρό, σφιχτά στα χέρια τους τα δυο..!
8501 Cadolzbourg 09.04.1992 (Από το: «Οι σειρήνες της ξενιτιάς).
-------------------- Fasoulas Vaios
e-mail: vaios@fasoulas.de
web: [url=http://www.fasoulas.de
|