ALEXIA*
Member
 
Reged: Thu
Posts: 282
Loc: ATHENS, GREECE
|
Re: DigiCast
Tue Jan 02 2007 06:58 AM
|
|
|
Η ΜΑΓΕΜΕΝΗ ΣΦΥΡΙΧΤΡΑ ΤΗΣ ΝΕΡΑΙΔΑΣ
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ένα έρημο ακρογιάλι ήταν κτισμένο ένα κρυστάλλινο παλάτι. Εκεί κατοικούσε η καλή Νεράιδα Βασόρα με πολλούς υπηρέτες και χιλιάδες στρατιώτες. Κρατούσε όμως ένα μυστικό. Είχε αποκτήσει ένα γιο με τον Άρχοντα της Βαγδάτης. Τον είχε μεγαλώσει με αγάπη και τον είχε αναδείξει στον καλύτερο πολεμιστή. Όταν ήρθαν οι μοίρες να τον μοιράνουν, έδωσαν χαρίσματα στο νεογέννητο αγοράκι κι εκείνο με όλα τα συστατικά της ευτυχίας έγινε άντρας δυνατός και ανδρείος. Η αδελφή της μητέρας Νεράιδας αντί για μοίρα του χάρισε μια χρυσή σφυρίχτρα. Μια μαγεμένη χρυσή σφυρίχτρα, για την ακρίβεια.
Ο Βενεζάρ, έτσι έλεγαν τον γιο της Νεράιδας, μεγάλωσε και κάποτε αποφάσισε να βρει την τύχη του σε μέρη μακρινά. Ήταν όμορφο παλικάρι , έξυπνο, ζωηρό και κοιτούσε με θάρρος τον κόσμο που ήθελε να κατακτήσει. Η καλή Νεράιδα του έδωσε την ευχή της και ο Βενεζάρ αφού κρέμασε την σφυρίχτρα, που δεν αποχωριζόταν ποτέ, στο λαιμό του, πήρε μαζί του εκατό πολεμιστές, δέκα πιστούς υπηρέτες και ξεκίνησε το μακρινό του ταξίδι. Ο πιο πιστός από αυτούς ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας ο οποίος τον συμβούλευε για τα καλά ή τα πονηρά πνεύματα. Για όλα αυτά που προστατεύουν ή κατατρέχουν τους ανθρώπους.
Στο ταξίδι ο Βενεζάρ πήγαινε μπροστά, καβάλα, πάνω στο λευκό του άλογο και πίσω του ακολουθούσαν το καραβάνι με τις καμήλες και τους καβαλάρηδες πολεμιστές. Οι μέρες περνούσαν ώσπου έφτασαν και στην έρημο και τότε ο δρόμος έγινε ακόμα πιο κουραστικός, μονότονος και ατελείωτος.
Ξαφνικά στον ορίζοντα παρατήρησαν κάτι μαύρες σκιές να πλησιάζουν. Ήταν ένα ολόκληρο λεφούσι από ληστές της ερήμου. Πριν καταλάβουν τι γίνεται, το λεφούσι σαν ανεμοστρόβιλος τους τριγύρισε φωνάζοντας τους δυνατά να παραδοθούν.
Ο Βενεζάρ προσπάθησε να τους ξεφύγει και με θάρρος ν’αντισταθεί , αλλά οι ληστές ήταν διπλάσιοι και ρίχνοντας θηλιές έπιασαν τον Βενεζάρ με τους ανθρώπους του.
Τότε θυμήθηκε τη σφυρίχτρα. Σφύριξε δυνατά κι αμέσως οι θηλιές λύθηκαν, τα άλογα έβγαλαν φτερά και άρχισαν να πετούν ψηλά στον ουρανό, πάνω από τα έκπληκτα μάτια των ληστών. Τέτοιο παράξενο δε τον είχαν ξαναδεί. Ο αρχηγός τους όμως σκέφτηκε να τους ακολουθήσουν για να κλείσουν την μαγεμένη σφυρίχτρα. Δυστυχώς δεν κατόρθωσαν τίποτα, διότι η καλή νεράιδα Βασόρα σχημάτισε με το ραβδάκι της ένα πελώριο ωκεανό μεταξύ των ληστών και του Βενεζάρ, με αποτέλεσμα οι ληστές να πνιγούν και να σωθεί το παιδί της.
Όταν τελικά ο Βενεζάρ με τους πολεμιστές του κατέβηκαν στη γη, προχωρώντας για αρκετές ώρες είδαν από μακριά δέντρα, σκηνές και πολύ κόσμο. Σταμάτησαν όπως ήταν φυσικό και όλοι περίεργοι κοίταζαν τους νεοφερμένους ταξιδιώτες. Πλησίασαν στην πιο μεγάλη σκηνή. Εκεί καθόταν ένας γέρος με βασιλικά ρούχα. Το υπερήφανο σοβαρό του ύφος έδειχνε ότι έπρεπε να είναι ο Βασιλιάς της φυλής εκείνης.
Τους ρώτησε ποιοι είναι και τι θέλουν. Ο Βενεζάρ απάντησε με λίγα λόγια το λόγο του ταξιδιού τους και τον τρόπο που νίκησαν τους ληστές.
Ξαφνιασμένος ο Βασιλιάς της φυλής από το παράξενο γεγονός της σφυρίχτρας δεν έβρισκε λόγια να ευχαριστήσει τον Βενεζάρ, τον οποίο και αποφάσισε να κρατήσει κοντά του.
Ο Βενεζάρ έζησε αρκετό καιρό στην ξένη φυλή. Υπηρέτησε τον αρχηγό πιστά μα το μίσος και η ζήλια των υπηκόων γρήγορα τον ανάγκασαν να φύγει. Τον κάλεσε, λοιπόν, ο αρχηγός της φυλής, του έδωσε αρκετές χρυσές λίρες σαν ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του, τον ξεπροβόδισε και του είπε:
«Βενεζάρ παιδί μου, δεν μπορώ να εξασφαλίσω τη ζωή σου ανάμεσα σε τόσους εχθρούς που σε τριγυρίζουν. Είσαι ελεύθερος και σ’ευχαριστώ για όσα μου πρόσφερες»
Ο Βενεζάρ με τη σειρά του ευχαρίστησε τον βασιλιά και παίρνοντας τους πολεμιστές του ξεκίνησε να βρει την τύχη του.
Μετά από αρκετούς μήνες ταλαιπωρίας έφτασαν σε μια πολιτεία όπου κάθε εβδομάδα έκαναν αγώνες για να διαλέξουν τα πιο επιδέξια παλικάρια στο δόρυ και στα όπλα. Ο Βενεζάρ δήλωσε συμμετοχή.
Όλα τα ευγενικά παλικάρια είχαν μαζευτεί για να δουν τον ξένο. Μόλις ο Βενεζάρ έπιασε στο χέρι του το ακόντιο, όλοι τα έχασαν που ήξερε να μεταχειρίζεται τόσο καλά ακόντιο και το άλογό τρέχει γρηγορότερα από τον άνεμο. Κανείς όμως δεν ήξερε για την μαγεμένη σφυρίχτρα και για τα θαύματα που έκανε. Έτσι απόκτησε την εκτίμηση και τη φιλία των ευγενών, αφού ήταν ο καλύτερος κει με διαφορά μεγάλη.
Έτσι ανάμεσα στον πλούσιο κόσμο γνώρισε την Σειλά, μια όμορφη κοπέλα, ευγενική και αγαπητή.
Της φόρεσε ένα δαχτυλίδι διαμαντόπετρα και την έκανε γυναίκα του. Είχε βαρεθεί πια να τρέχει για να βρει την τύχη του. Είχε καταλάβει μετά από τόσες αγωνίες, φόβους και αιχμαλωσίες, ότι η μεγαλύτερη τύχη στον άνθρωπο είναι η υγεία του και η ελευθερία.
Ξέχασε τις δοκιμασίες και με την μαγεμένη σφυρίχτρα έφτιαξε ένα δικό του κόσμο, τον κόσμο που κλείνει μέσα του όλα τα συστατικά μιας ευτυχισμένης οικογένειας. Ζει με βαθιά γεράματα και διηγείται τις ιστορίες του στα παιδιά του και τα εγγόνια. Κάπου την ακούσαμε και μεις και σας την διηγηθήκαμε.
Και από τότε ζούμε όλοι καλύτερα.
|
|