Dr. Jung
Παραψυχολόγος, πνευματιστής, οστρακοσκόπος, πελματομάντης
  
Reged: Fri
Posts: 3665
Loc: Laboratorium
|
Re: Frases Tragoudion: ...
Wed Feb 14 2007 07:19 AM
|
|
|
ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ-ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
* ΜΕ ΘΑΡΡΟΣ ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΙ [ΜΠ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ - Β. ΜΑΥΡΟΦΡΥΔΗ] (Στ. Κερομύτης - Ι. Γεωργακοπούλου) (14/3/1941).
«Το σπίτι μου λησμόνησα και κάθε μου σκοτούρα, και σαν θεριό πολέμησα επάνω στη Κλεισούρα.
Τους όλμους δεν φοβήθηκα τα τάνκς και τα κανόνια, και μεσ' στις μάχες ξέχασα τους πάγους και τα χιόνια.
Με θάρρος αγωνίζομαι γερά κι αντρειωμένα, για μια Ελλάδα αθάνατη σαν το Εικοσιένα.
Θα μπω μπροστά περήφανος με γέλιο και μ' ελπίδα, και θα κρατήσω ελεύθερη την ένδοξη Πατρίδα».
**************************
* ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΤΡΟΥΜΠΑ [ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΗΤΣΑΚΗ].
«Ήταν Κατοχή, κι έπεφτε βροχή, ήτανε βαθύ σκοτάδι στη Τρούμπα κάθε βράδι.
Κι εμείς για ντου πηγαίναμε, σαλτάραμε και κλέβαμε, παρέα ήτανε με μας κι ο μπουκαδόρος ο Κοσμάς.
Ήταν Κατοχή, πείνα και βροχή.
Είμασταν παιδιά, κι είχαμε καρδιά, ο Κεφάλας κι ο Μαρίνος παρέα μας κι εκείνος.
Μια νύχτα τον Τζιμίνσκουλα τον φάγανε για ψίχουλα, και τον βαρκάρη το Θωμά που έπαιζε τον μπαγλαμά.
Ήταν Κατοχή, πείνα και βροχή».
***************************
* ΟΙ ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΕΣ [Μ. ΓΕΝΙΤΣΑΡΗ] (Στίχοι - σύνθεση του 1941).
«Μικροί - μεγάλοι γίνανε μαυραγορίτες όλοι, κι αφήσανε όλο το ντουνιά με δίχως πορτοφόλι.
Ακόμα κι οι γυναίκες τους τη μαύρη κυνηγάνε, τσάντες τσουβάλια κουβαλούν κανέναν δεν ψηφάνε.
Μέρα και νύχτα τριγυρνούν στους δρόμους σαν κοράκια, πελάτες ψάχνουν για να βρουν να γδάρουνε κορμάκια.
Πουλήσαμε τα σπίτια μας και τα υπάρχοντά μας, για δυό ελιές κι ένα ψωμί να φάνε τα παιδιά μας».
****************************
* ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΘΑ ΛΥΩΣΩ [Μ. ΓΕΝΙΤΣΑΡΗ] (Στίχοι - σύνθεση του 1941).
«Με πιάσαν ένα απόγευμα μεσ' στο Μεταξουργείο, γιατί επούλαγα νερό για λάδι, ένα δοχείο.
Αχ, τώρα πως θα γλιτώσω; Μεσ' στη φυλακή θα λυώσω.
Κι αμέσως με δικάσανε δυο χρόνια, τον καϋμένο και μ' έκλεισαν μεσ' στου Συγγρού, σαν λέων λυσσασμένο.
Εκεί είδα, μάνα μου, πολλούς, γδυτούς και πεινασμένους κι από τον τύφο κρούσματα, βγάζανε πεθαμένους.
Τρέξε, μανούλα, βγάλε με και δεν το ξανακάνω, δυο χρόνια μεσ' στη φυλακή ο δόλιος θα πεθάνω».
*****************************
* ΚΑΤΟΧΗ, 1941 [ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΑΡΙΝΑΚΗ] (Γραμμένο στις 4/5/1942).
«Κατοχή '41, τα παιδάκια τα καημένα, τρεμουλιάζουν μεσ' τους δρόμους, νηστικά και τρομαγμένα.
Όλα τους σκελετωμένα, πεινασμένα και πρησμένα, απ' τα σπίτια τους τα παίρναν και τα στοίβαζαν στα τρένα.
Στο Νταχάου τα πηγαίναν και τα κάνανε σαπούνι και τα πιάτα τους έπλεναν, όταν τρώγανε οι Ούνοι».
*****************************
* ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΤΟΝΟΥΣ ΣΙΔΕΡΑ [Γ. ΜΑΡΙΝΑΚΗ] (Γραμμένο τον Απρίλη του 1941).
«Αχ, όμορφε Περαία μου, πώς να σε λησμονήσω; σαν κάτσω και σε θυμηθώ, αμέσως θα δακρύσω.
Χιλιάδες τόνους σίδερα, σου ρίξαν πάλι σήμερα.
Οι βόμβες όπως πέφτανε, χτυπήσαν οι καμπάνες, και χάσαν μάνες τα παιδιά και τα παιδιά τις μάνες.
Χιλιάδες τόνους σίδερα, σου ρίξαν πάλι σήμερα».
*****************************
* ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΤΟ ΓΑΪΔΟΥΡΙ [ΜΠΑΓΙΑΝΤΕΡΑ] (Μήτσος Γκόγκος - Στέλιος Χρυσίνης) (1946, HMV AO 2729) (Στίχοι - σύνθεση της Κατοχής).
«Του Κυριάκου το γαϊδούρι το 'χαν όλοι τους για γούρι, σαν γυρνούσε στο παζάρι το 'χαν για κρυφό καμάρι.
Με κουδούνια στολισμένο, λαχανίδα φορτωμένο, μεσ' στις γειτονιές γυρνούσε, ταλιράκια 'κονομούσε.
Το είχε σαν μικρό παιδάκι και γι' αυτό το 'χε μεράκι....
Του το 'φάγαν ένα βράδυ για μοσχάρι στο σκοτάδι. του το φάγαν ένα βράδυ με την πείνα τη μεγάλη».
****************************
* ΜΠΛΟΚΟΣ (ΒΓΗΚΑΝΕ ΝΩΡΙΣ Τ' ΑΣΤΕΡΙΑ) [Β. ΤΣΙΤΣΑΝΗ] (Στίχοι - σύνθεση της Κατοχής).
«Βγήκανε νωρίς τ' αστέρια βγήκανε και τα μαχαίρια, για να μας καρφώσουν - Ωχ! μανούλα μου. Έφτασαν τα καραβάνια με σπαθιά και με γκιορντάνια, για να μας σταυρώσουν - Ωχ! μανούλα μου.
Εμείς το ξέραμε μια μέρα πως θα γίνει μπλόκος - Ωχ! μανούλα μου. Κι είναι πολλοί αυτοί που χρόνια μας σταυρώνουν, χρόνια - Ωχ! καρδούλα μου. Κράτησε σφιχτά τα χέρια - την καρδιά σου κάνε πέτρα, μην πονάς.
Μια χούφτα παλληκάρια πολεμάν σαν τα λιοντάρια, μέσα στην αντάρα - μέσα στη σκλαβιά, το θεριό στα δύο να κόψουν και τον τύραννο να διώξουν, όλα θα τα δώσουν - για τη λευτεριά».
**************************
* ΕΛ ΝΤΑΜΠΑ (ΒΑΡΚΑ ΓΙΑΛΟ) [ΑΝΩΝΥΜΟΥ - Β. ΤΣΙΤΣΑΝΗ] (Κατοχικό).
«Και μας πήγαν στην Ελ Ντάμπα - βάρκα γιαλό - και μας πήγαν στην Ελ Ντάμπα, όλο το ταξίδι ....τσάμπα - βάρκα γιαλό -
Και μας πήγαν στην Ελ Ντάμπα και μας βάλανε μια στάμπα - βάρκα γιαλό -»
* Η πληρέστερη παραλλαγή του τραγουδιού της Ελ Ντάμπα είναι:
«Θα σας πω μιαν ιστορία από την αιχμαλωσία, - βάρκα γιαλό -
Κάποια μέρα του πολέμου (δεν το πίστευα ποτέ μου) - βάρκα γιαλό -
Οι Εγγλέζοι μας κυκλώσαν με τα τανκς και μας τσακώσαν, - βάρκα γιαλό -
Μας επήραν τα ρολόγια, με το ξύλο, με τα λόγια - βάρκα γιαλό -
Στ' αυτοκίνητα μας βάλαν και την πίστη μας εβγάλαν, - βάρκα γιαλό -
Στο Γουδί και στο Χασάνι κι από 'κει για το λιμάνι, - βάρκα γιαλό -
Μας εβάλαν στο βαπόρι και για το Πόρτ-Σάϊντ πλώρη, - βάρκα γιαλό -
Μας εφέραν στην Ελ Ντάμπα και στην πλάτη μας μια στάμπα. - βάρκα γιαλό -
Μας εδίναν τη βδομάδα δυο κουτάλια μαρμελάδα, - βάρκα γιαλό -
Μας εδίναν και φυστίκια που 'τανε για τα κατσίκια, - βάρκα γιαλό -
Μας εδίναν και μια στάλα συμπεπυκνωμένο γάλα, - βάρκα γιαλό -
Δεν ξεχνούσαν οι Εγγλέζοι το ελληνικό τραπέζι, - βάρκα γιαλό -
Και μας δίναν ταχτικά και μπιζέλια αρακά, - βάρκα γιαλό -
Δεν το θέλουμε το γάλα ούτε και τη μαρμελάδα, - βάρκα γιαλό -
Μόνο θέλουμε να πάμε πίσω στη γλυκιά Ελλάδα, - βάρκα γιαλό -»
- Σημειώσεις: 1. Το «ΕΛ ΝΤΑΜΠΑ» τραγουδιέται πάνω στο χαβά του «ΒΑΡΚΑ ΓΙΑΛΟ» και βέβαια είναι ανέκδοτο. 2. Τραγουδιότανε κυρίως από τους αιχμαλώτους της Ελ Ντάμπα, στην Αίγυπτο. 3. Τραγούδι με παραπλήσια μουσική και ίδιο τίτλο (ΒΑΡΚΑ ΓΙΑΛΟ) ηχογραφείται το 1946 από τον Βασίλη Τσιτσάνη με τον Στράτο Παγιουμτζή. Γραμμένο και συνθεμένο στην κατοχή. 4. Η μελωδία είναι παλιά επτανησιακή, ίσως οι στίχοι της εκτέλεσης με τον Στράτο να είναι του Τσιτσάνη.
**************************
* ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ [ΑΛΕΚΟΥ ΓΚΟΥΒΕΡΗ - Β. ΤΣΙΤΣΑΝΗ] (Πρ. Τσαουσάκης - Σ. Μπέλλου) (13/9/1948, HMV AO 2834).
«Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου, που έχει πάντα συννεφιά, Χριστέ και Παναγιά μου.
Είσαι μια μέρα σαν κι αυτή που 'χασα τη χαρά μου, Συννεφιασμένη Κυριακή ματώνει την καρδιά μου.
Όταν σε βλέπω βροχερή, στιγμή δεν ησυχάζω, μαύρη μού κάνεις τη ζωή και βαριαναστενάζω».
- Σημειώσεις: 1. Γραμμένο και συνθεμένο στη Θεσσαλονίκη, στην Κατοχή. Φωνογραφήθηκε το 1948. 2. Παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η ιστορία της «Συννεφιασμένης Κυριακής», όπως την αφηγείται ο ίδιος ο Β. Τσιτσάνης: "Κατά την περίοδο της κατοχής, στη Θεσσαλονίκη, εμπνεύσθηκα και τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Και μου έδωσε την αφορμή ένα από τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις. Το κλίμα που μου ενέπνευσε τους στίχους, μου ενέπνευσε και τη μελωδία. Βγήκε μέσα από τη «Συννεφιά» της κατοχής, από την απελπισία που μας έδερνε όλους μας -τότε που όλα τα 'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Ήθελα να φωνάξω για τη μαύρη απελπισία, αλλά συγχρόνως και για την υπαρηφάνεια του λαού μας που δε σηκώνει χαλινάρι και σκλαβιά. Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» δεν είναι μόνο ένα περιστατικό της κατοχής, αλλά κλείνει μέσα της όλη την τραγική εκείνη περίοδο. Ό,τι είχα μέσα μου και ό,τι έκρυβα από τα θλιβερά γεγονότα που ζούσα, τα είπα με το τραγούδι μου αυτό. Το είχα έτοιμο από τότε, με αρχικό τίτλο «Ματωμένη Κυριακή», διότι εκείνη τη βαριά χειμωνιάτικη νύχτα μιας Κυριακής, είδα με τα μάτια μου το θάνατο ενός παλικαριού. Μάτωσε η καρδιά μου και εγώ με τη σειρά μου μάτωσα το τραγούδι. Το γραμμοφώνησα το 1948, αφού βασανίστηκα περίπου ένα χρόνο, επειδή μια λέξη έλειπε από το κουπλέ. Αισθάνθηκα, και δεν το κρύβω, μια ιδιαίτερη υπερηφάνεια που αμέσως κατέκτησε τον κόσμο. Η εξάπλωσή του από τη μια άκρη μέχρι την άλλη, με γέμισε πίστη και αισιοδοξία, αλλά και υπέρμετρες ευθύνες για την πορεία μου στο χώρο της λαϊκής μουσικής".
Πηγή: Rembetiko.gr
|
|