Pio ba8ia, pio wma logia - lete na kukloforoun allou, toso eleu8era ...
(auto to 'Kalws Hr8es' to prwto akousa to 2004 - kai mou 'kanan megalh entupwsh ta stixoi tou) >>>
Καλώς ήρθες παράξενε στον τόπο μου - Active Member Μουσική/Στίχοι: Foxmoor B. D.
Νικήτας:
Βάζω λίγο σκοτάδι και λιγάκι βροχή
για να σου φτιάξω μια παράξενη αρχή
και να σε ξεμακρύνω λίγο από την σκέψη σου
που έτσι κι αλλιώς, ξεσυνερίζεται το κέφι σου
Σε πάω σε δρόμο μικρό, σε σοκάκι παλιό
σ' ένα αιώνια ποτισμένο απ' το κρασί καπηλειό
Μέρος κακόφημο ακόμα και για τον στοχασμό μου
που ούτε κι ο φόβος δεν με φέρνει στ' όνειρό μου
Εδώ λοιπόν θα μοιραστώ μια ιστορία μαζί σου
που 'ναι σα να συνέβη χτες και ορκίσου
αν σε πειράξει, τόσο που ντραπείς
πουθενά να μην την πεις
Μιχάλης:
Καλώς ήρθες ξένε στον τόπο μου
άραξε δίπλα να σου βάλω ένα κρασί να πιεις
συγχώρεσέ με λιγάκι για τον τρόπο μου
μα με βρήκες στην αγκαλιά της ντροπής
Ξέμεινα μόνος μου πάρε και κάτσε όπου θες
κουρασμένο σε βλέπω πρέπει καιρό να γυρίζεις
όμως μέσα στην ζαλάδα μου και πίσω απ' τις σκιές
σα να μου φαίνεται πως κάτι μου θυμίζεις
Νικήτας:
Γεια σου και σένα, έλειπα χρόνια, ήμουνα κάπου μακριά
με φέραν πίσω δυνατές φωνές
και κάποιες τύψεις που μου είπαν πως εδώ κοντά
έχω γεννηθεί κι έχω πεθάνει δυο χιλιάδες φορές
Μιχάλης:
Ω, νάτα μας, καλά είπα όταν σε είδα
πως σίγουρα παράξενα θα πρέπει να μιλάς
από άλλο κόσμο έχεις απάνω σου σφραγίδα
αυτά τ' αγκάθια στο κεφάλι και τα ρούχα που φοράς
Νικήτας:
Κάποτε, κάποιοι μου το φόρεσαν για στέμμα
και με χλευάζανε μεγάλο βασιλιά
ακόμα τρέχει από τότε φρέσκο αίμα
σ' αυτά που ανέβηκαν του χρόνου τα σκαλιά
Γι αυτό με βλέπεις μέσα στις σκιές
σα να φοβάμαι και να θέλω να γλιτώσω
Μια προσευχή σ' ένα περβόλι με ελιές
δεν με αφήσανε ποτέ να την τελειώσω
Μιχάλης:
Κι όμως μυρίζεις ουρανό και χώματα
κι αυτήν την όμορφη δροσιά της σιωπής
Νικήτας:
Είναι που μ' έφεραν εδώ αλλόκοτα μαλώματα
άκου λοιπόν τι θα τους πεις
Ρεφρέν (Νικήτας):
Αφού φωνάζουν όλοι αυτοί
κι αφού σκοτώνουν στ' όνομά μου
πες αναβάλλεται η γιορτή
πάω να ξαπλώσω στα καρφιά μου
Πες τους ο χρόνος πως τρελάθηκε
δεν κάνει στάση Γολγοθά
πες ο παράξενος πως χάθηκε
κι έφυγε οριστικά
Μιχάλης:
Μπερδεμένα μου τα λες αλλά γουστάρω
πρέπει να σπούδασες την τέχνη του μυαλού
ή σαν και μένα όταν με πιάνει και σαλτάρω
και πίνω εδώ, με πιάνει αλλού
Νικήτας:
Γι αυτό κι εγώ ήρθα εδώ και σε διάλεξα πιωμένο
για να μπορέσεις την αλήθεια να τους πεις
κάτω απ' το φως το μέτωπο έχεις ιδρωμένο
μα το προσέχεις, καθαρό, δεν θα ντραπείς
Οι άλλοι παίξανε μαζί μου στους αιώνες
αυτοκράτορα με χρίσανε, με κάναν στρατηγό
τ' απλά μου λόγια τα σκορπίσαν σαν κανόνες
και δεν ήξερα τίποτα εγώ
Μιχάλης:
Που με βρήκες εδώ κάτω, τι μ' έφερες;
Το μυαλό μου δεν σαλεύει από κούνια
σα να γεννήθηκα μου φαίνεται χτες
ενώ έξω υπάρχουνε έξυπνοι μιλιούνια
Νικήτας:
Αυτούς τους είδα, τους άκουσα, τους νιώθει το πετσί μου
προτιμώ τα καρφιά που με κρατάνε στον σταυρό
αυτοί πουλήσανε ακριβά την γέννησή μου
αυτοί φυλάνε το σκοτάδι θησαυρό
Πες στους εχθρούς μου ότι είχαν λόγο καλό
και θα τους σέβομαι γιατί πιο τίμια σταθήκαν
όταν με σκότωναν κοιτούσαν ουρανό
κι έτσι προλάβαν από 'κει συγχωρεθήκαν
Μιχάλης:
Ωραίος, παράξενε φίλε μου, απόψε
για την ανημποριά μου βρήκες σκοπό
πάρε μια κούπα, πάρε ψωμί και κόψε
να τελειώσω το κρασί μου και θα πάω να τους πω
Ρεφρέν (Μιχάλης):
Αφού φωνάζουν όλοι αυτοί
κι αφού σκοτώνουν στ' όνομά σου
θα πω αναβάλλεται η γιορτή
πάς να ξαπλώσεις στα καρφιά σου
Θα πω ο χρόνος πως τρελάθηκε
δεν κάνει στάση Γολγοθά
θα πω ο παράξενος πως χάθηκε
κι έφυγε οριστικά
Πάει Kαιρός - Active Member
Πάει καιρός που μπολιάστηκε του δέντρου η ρίζα
κι οι αλητάμπουρες τριγύρω μου γινήκαν κυρίζια,
Ωριμάσανε, σαπίσανε και πέσανε,
άλλοι παντρευτήκαν και πήγανε και δέσανε_
ντροπή φορέσανε και βρήκανε πολλές δικαιολογίες,
κάποιοι ανταμώνουνε μονάχα τις αργίες,
σα Παναγίες που κεντάν τα σάβανά τους,
φτύσαν το δρόμο που είχαν χρόνια μες στα σωθικά τους.
Στα πρακτικά τους γράφεται μόνο ότι δε σαλεύει
κι αν έμεινε κανείς τρελός εδώ να το παλεύει
να γυρεύει παλιές εικόνες κι αρώματα
και τα θαμμένα όνειρά μας στα χώματα.
Τρελοκαμώματα για όσους ράψαν μπαλώματα
στα τρύπια βράδια τους που ζούνε στα παπλώματα.
Όσοι δε το βγαλαν δεν είχαν τσίπα,
ενώ το είδανε το φίδι να κοιμάται στην τρύπα.
Πάει καιρός που όλα τα βλέπαμε καλά γενικά
και πιστεύαμε πως όλοι είναι καλά αρσενικά.
Τώρα γινήκαμε από αδέρφια γειτόνοι και ξένοι,
ανταμώνουμε, όταν κάποιος πεθαίνει.
Πάει καιρός και τώρα εδώ στη γη του κανενός
σοβαρευτήκαμε χωρίς να καταλάβουμε πως
ωραία ζωή και δυο μέτρα ουρανός,
όλα είναι ίδια ακόμα και στη λάσπη και στο φως.
Πάει καιρός όμως θυμάμαι, ευτυχώς,
μυρωδιές εικόνες και νοιώθω τυχερός.
Πάει καιρός, πολύς καιρός
που επιβίωνες, αν ήσουν αλήτης σοφός.
Πάει καιρός τώρα γεμίσαμε φως,
σοβαρευτήκαμε χωρίς να καταλάβουμε πως,
Πάει καιρός για να τη βγάλεις γερός,
αδελφέ μου, αποφάσισες να ζήσεις κουφός.
Στου κουφού, λοιπόν, χτυπάω κι απόψε την πόρτα
κι εκείνος ντροπιασμένος χαμηλώνει τα φώτα.
Επιμένω και ξαπλώνω στο πλατύσκαλο,
τραγουδάω και κρατάω ονειροπίστολο
να του ρίξω δυο καλά να 'ρθει στα ίσια του
ή καναν εφιάλτη να παλεύει με τη λύσσα του.
Ανοίξτε, ρε, ανοίξτε μελλοθάνατοι
Ποιος να μου το 'λεγε ότι θα στέκονταν ασάλευτοι,
βολεμένοι, εύκαιροι και δανεισμένοι,
πιασμένοι από μια φούστα ή μια καρέκλα σπασμένη.
Και σαν πρώτα αντρειωμένοι, τώρα σκυμμένοι,
καλοδιατήρητοι και γυμνασμένοι.
Τριανταέξι άτοκες δόσεις,
κοίτα πριν φύγεις, φίλε μου να ξεχρεώσεις.
Υποχρεώσεις, βγάλ' τα παπούτσια, μη λερώσεις
όσα δεν έκανες, εδώ θα τα πληρώσεις.
Πάει καιρός από τα νιάτα σου τ' ανέμελα,
τώρα σε σκάβουν τα προβλήματα συθέμελα.
Γλυκιά σου νιότη, πίσω προδότη
θα κλειδώσω την πόρτα, αφού την κάνατε πρώτοι.
... LOW BAP > (way to go) !
(my regards to Damned1 - of Taipan Familia)
-------------------- Βρήκες ακατάλληλη στιγμή να με ανταμώσεις. Eγώ δεν έχω τίποτα, πάλι σου το θυμίζω. Mια καρδια μου έμεινε ♥ παρ’την, σου την χαρίζω. Δεν έχω όνειρο, ούτε φτερά για να πετάξω ...