Tedkaps
journeyman
 
Reged: Mon
Posts: 250
Loc: Vallejo, CA
|
Καήκαμε στις φλόγες
Sun Jul 06 2008 03:13 PM
|
|
|
Όπως και πέρυσι, έτσι και τώρα, μου ξαναγεννιούνται οι αναμνήσεις των πυρκαϊών της Ελλάδος, γιατί πάνω από χίλιες πυρκαγιές καίνε αυτή τη στιγμή τη Βόρεια Καλιφόρνια, δημιουργώντας ένα ανθυγιεινό περιβάλλον για τους κατοίκους των περιοχών λογο της επαφης με το καπνο και την τεφρα.
Ενώ, εγώ δεν ήμουνα στην Ελλάδα για να της ζήσω από κοντά, αλλά ήταν σαν να της είχα ζήση, καθηλωμένος στην τηλεόραση από την άλλη μεριά του πλανήτη. Τότε λοιπόν είχα γράψει ένα ποίημα «Καήκαμε στις Φλόγες» και επί της επέτειο των πυρκαϊών θα ήθελα να σας το ξαναμοιράσω μαζί σας, και να θυμίσω σε όλου σας πως ο πλανήτης μας καίγεται και λιώνει σαν το κερί μπροστά στα μάτια μας, και μεις δεν έχουμε μια σταλιά νερό να του δώσουμε να δροσιστεί.
Καθηλωμένος στην οθόνη, με δάγκωνε μέσα ο πόνος, απειλώντας την ανάσα μου βαθιά της καρδιάς το σθένος.
Δεν μπορούσα να σταθώ ορθός να περπατήσω, όλες της βραδυές ξενύχτισα χωρείς ένα βλέμμα μου να κλείσω.
Παρακαλούσα το θεό να κάψει και μένα η φωτιά, με τη στάχτη μου το άχτι του να σταματήσει η σύμφορα.
Σαν τη βουή απ τον Άδη ερχότανε οι φλόγες, με πλεχτό δίχτυ αράχνης πυρώνανε τις φλέβες.
Έβλεπα μάτια πονεμένα κορμιά χωρίς ψυχή, ένα σκοτεινιασμένο ουρανό μια κρεμαστή κόλασι ορθή.
Γυρισμένα ήταν στη γραμμή να γκρεμίσουνε το κάστρο, το πύρωνα που ερχότανε να δαμάσουνε το χάρο.
Με τη ψυχή στο στόμα την ελπίδα καρτερούσαν, μα λευκό πανί δεν φάνηκε τα μάτια δεν αντικρούσαν.
Δεν χαμήλωνε ο ήλιος να τους φωτίσει το σκοτάδι κι ούτε ο ουρανός με σύννεφα βροχή να φέρει και χαλάζι.
Με λάστιχα στα χέρια σκούπες από κλαριά, ξυπόλυτοι στα κάρβουνα αψηφούσαν τη φωτιά.
Πάνω στη καταστροφή στη ταραχή και σύγχυση το βοιζμα της φλόγας, σαν φλαμουρας ανέμιζε.
Παραδοθήκανε στις φλόγες με τις χείρες σηκωμένες, αχ, δεν τους πόνεσε κανείς οθόνης ήτανε άψυχες εικόνες.
Κραυγάζανε φωνές καλούσανε βοήθεια, πνιγμένοι στους καπνούς μα δεν τους ακούγανε στ αλήθεια.
Στο γλείψιμο της φλόγας στριφογυρνούσε ο δαίμων, σαν άγριο στ αλώνι άλογο βόρειο μούγκρισμα ανέμων.
Τάφροι γιναν οι εκκλησιές λιώσαν οι καμπάνες, σταυρός δεν έμεινε ορθός δεν θαυματουργήσαν οι εικόνες.
Όσα προστάτευσε η φύσις δυόμισι χιλιάδες χρόνια, στάχτη γίναν σε μια ώρα μπροστά σε ζώντα βλέμμα.
Μαύρη ήτανε λιοπύρι η κόρη μες το βλέμμα, σαν καταφύγιο σκοτεινό γεννημένο από λάβα.
Κραυγές από παντού σαν σύννεφο απλωμένες, σφυρίζανε σαν άνεμος απλωνόταν φοβισμένες.
Ψίθυροι ήταν διψασμένοι καμμένοι από τον ήλιο, από σκασμένα χείλη του γέροντα το δόλιο.
Δεν χωριζόταν ο ουρανός απ το κορμί της γης, βούλιαζε σαν καράβι σε κάθε πνοή φωνής.
Κόκκινα ήταν δειλινά ζώντα από το αίμα, λύσσα χωρίς θηλιά χώματα βαμμένα.
Ανομολόγητος ο φόβος στης παιδικές ψυχές, να αντιληφθούνε δεν μπορούσαν την αγκαλιά απ τις πυρκαγιές.
Ανήμπορα κορμιά στο ηλιοβασιλευμα γερόντια παραδομένα στη γωνιά αφήσαν ψυχή μπροστά σ εγγόνια.
Βιώσαν μέσα την απώλεια το θρήνο των σπιτιών των, των αγαπημένων ζώων αντικειμένων και προσώπων.
Τα βλέφαρα δεν κλείσανε δεν γνωρίσανε σκοτάδι, οι φλόγες ήλιος με τη νύχτα ορθούς τους είχε στο ποδάρι.
Εντελώς ανίσχυροι με πονεμένο σώμα, υποκλιθήκαν στο έλεος δεν τους γνωρίζανε το όνομα.
Κάηκε το πατρικό το σπίτι του παππού και της γιαγιάς, κι οι αναμνήσεις μιας ζωής σε μια φλόγα φωτιάς.
Στάχτη τ αρχοντικά τους γίνηκαν κι οι κόποι μιας ζωής, καήκαν ζωντανές ψυχές γι αυτούς δεν νοιάστηκε κανείς.
Καήκαν τα σχολειά τους τ αμπέλια κι οι ελιές τους, τα ζώα, οι κήποι, τα πουλιά κι όλη η γης με τη σοδειά της.
Τη να πει να μολογήσει κι η δική μου η καρδιά, Κι αυτή η κόλασι την άρπαξε την τύλιξε με τη φωτιά.
Με ένα ζωνάρι φλόγας της ξεφλούδισε τη ψυχή, της γύμνωσε το ριζικό σε ζώντα κάρβουνο πατεί.
Κι αναστενάζει μέσα πατρίδα μου γιατί, τόσο τους πρόδωσες σκληρά γιατί του αμέλησες γιατί;
Ο ήλιος κι η θάλασσα γαλάζια κι όλο το βάθος του ουρανού, στο βλέμμα δεν θα φέξουν στου χαμόγελου του χορού.
Σε ποιο κλωνάρι να πετάξω να σταθώ να τραγουδήσω, σε πιο δένδρο να γύρω σε πια πηγή τα χείλη να δροσίσω.
Δεν έχουν άλλο τα πλατάνια να γείρουνε κλαριά, ούτε κορμούς να φτιάξουνε τα πουλιά τους τη φωλιά.
Οι αρχαιολογικοί μας θησαυροί δε λάμπουνε στο φως, στέκουν βουβοί και ντροπαλοί πνιγμένοι στη φλόγα και καπνούς.
Ντρέπομαι και γω μαζί να σηκώσω το κεφάλι, και σιωπηλώς οδύρομαι απ του κόσμου την άλλη άκρη.
Tedkaps www.poeticme.com
"The world would be a safer place if it was governed by a POET"!
|
|